Έρευνα – Κείμενο: Μαρία Πατεράκη
Αποφάσισα να γράψω ένα κείμενο που να μην αναπαράγει απλώς τις κοινές ανησυχίες των, φροντιστικών προς τα παιδιά, ενήλικων ατόμων σχετικά με την κατανάλωση πορνογραφίας κατά την περίοδο της εφηβείας. Περισσότερο, επιθυμώ και ελπίζω, να συμβάλλει στην βελτίωση της γνώσης των πτυχών του ζητήματος, στην ανάπτυξη επιχειρημάτων γύρω από αυτό και στην ενίσχυση του κινήτρου να ανοίγουμε αυτή τη συζήτηση με τα παιδιά. Η ακαδημαϊκή έρευνα μας προσφέρει πληθώρα στοιχείων που θα μας βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση, γι’ αυτό και στην συνέχεια αυτού του κειμένου θα παρουσιάσω ορισμένα από αυτά.
Συμφωνούμε, σιωπηρά και μη, πως στην εποχή της «Ψηφιακής Επανάστασης» η πρόσβαση σε πορνογραφικό υλικό είναι πιο εύκολη από ποτέ. Οι πιθανότητες έκθεσης οποιουδήποτε ατόμου σε υλικό πορνογραφίας, ακούσια ή εκούσια, είναι ιδιαιτέρως αυξημένες. Παράλληλα, τα προγράμματα Περιεκτικής Σεξουαλικής Εκπαίδευσης (Comprehensive Sexuality Education, CSE) εξακολουθούν να λάμπουν δια της απουσίας τους από τα προγράμματα σπουδών του ελληνικού σχολείου. Οι προσπάθειες που έχουν γίνει είναι ηχηρά ανεπαρκείς, επιπόλαιες και εξαρτώμενες από παράγοντες που καμία σχέση δεν έχουν με την ουσία της εκπαίδευσης για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα είχε εντάξει, υπεύθυνα, προγράμματα Περιεκτικής Σεξουαλικής Εκπαίδευσης στο σχολείο, σε όλες τις βαθμίδες, θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό υποστηρικτικό πλαίσιο και για γονείς/κηδεμόνες που θα επιθυμούσαν να επιμορφωθούν και να επικοινωνήσουν τις ανησυχίες τους με το εκπαιδευτικό προσωπικό.
Πορνογραφία και τεχνολογία
Οι Donevan, Jonsson, Bladh, Priebe, Fredlund, & Svedin (2022) αναφέρουν ότι η μετάβαση από την έντυπη πορνογραφία σε αυτή που αναπαράγεται από οπτικοακουστικά μέσα (π.χ. τηλεόραση, διαδίκτυο) έκανε την πρόσβαση σε αυτή πιο εύκολη, πιο οικονομική και διευκόλυνε τη χρήση της (Price et al., 2016, όπως αναφ. στο Donevan et al., 2022). Ακόμα, αναφέρουν πως η χρήση των κινητών με πρόσβαση στο διαδίκτυο, από άτομα στην εφηβεία, αυξήθηκε κατακόρυφα. Πιο συγκεκριμένα, στη Σουηδία, το 2010 το 7% των έφηβων ατόμων ηλικίας 16 ετών χρησιμοποιούσε το κινητό τηλέφωνο για περιήγηση στο διαδίκτυο. Το ποσοστό αυτό, το 2014, εκτοξεύθηκε στο 96% (Medierådet, 2015, όπως αναφ. στο Donevan et al., 2022). Παρόμοια δεδομένα αναφέρονται στην έρευνα της Farina (2021) για άλλες χώρες της Ευρώπης, με την επισήμανση ότι αυτό διευκολύνει την πρόσβαση σε πορνογραφικό υλικό. Οι Guy, Patton & Kaldor (2012), αναφέρουν ότι στην Αυστραλία το ποσοστό έφηβων ατόμων ηλικίας 12-14 που έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο μέσω κινητού τηλεφώνου, φτάνει το 60%. Υπογραμμίζουν, επίσης, τον μεγάλο όγκο πορνογραφικού υλικού στο διαδίκτυο σε σχέση με την πιθανότητα έκθεσης σε αυτό, παιδιών και ατόμων στην εφηβεία. Παράλληλα, διατυπώνουν τα ζητήματα ηθικής και πρόωρης έναρξης της σεξουαλικής δραστηριότητας, ως συνέπειες της έκθεσης των παιδιών στην πορνογραφία.
Ακούσια και εκούσια έκθεση παιδιών και εφήβων σε πορνογραφικό υλικό
Τα νεαρά άτομα μπορεί να εκτεθούν σε πορνογραφικό υλικό ηθελημένα ή κατά λάθος (Valkenburg, 2016, όπως αναφ. στο Svedin et al., 2022). Η ακούσια έκθεση σε πορνογραφικό υλικό μπορεί προκύψει μέσα από αποτελέσματα μηχανών αναζήτησης, από αναδυόμενα παράθυρα, από μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, από μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.α. Οι Svedin et al. (2022), αναφέρουν ότι το ποσοστό των νεαρών ατόμων που εκτίθενται σε πορνογραφικό υλικό χωρίς να το αναζητούν, είναι 19% σε ηλικίες 10-12 ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες, 25% σε ηλικίες 11-16 ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ στην Αυστραλία το 60% αφορά τα αγόρια ηλικίας 16-17 ετών και τα κορίτσια της ίδιας ηλικιακής ομάδας το 84%. Επίσης, αναφέρουν ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες το 7% των νεαρών ατόμων ηλικίας 10-17 ετών εκτίθεται ηθελημένα σε πορνογραφικό υλικό (Ybarra & Mitchell, 2005, όπως αναφ. στο Svedin et al. 2022), ενώ το 59% των παιδιών ηλικίας 10-12 ετών εκτέθηκε ηθελημένα σε πορνογραφικό υλικό το 2012 (Chen et al., 2013, όπως αναφ. στο Svedin et al. 2022). Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ποσοστό των έφηβων ατόμων που φοιτούν στο λύκειο και εκτίθεται σε πορνογραφικό υλικό, είναι 65% (Peter & Valkenburg, 2016, όπως αναφ. στο Maheux et al., 2021).
Κατανάλωση πορνογραφικού υλικού και φύλο
Ενδιαφέροντα δεδομένα έχουν καταγραφεί από την ακαδημαϊκή έρευνα σχετικά με φύλο των νεαρών ατόμων που καταναλώνουν πορνογραφικό υλικό. Οι Svedin et al. (2022) αναφέρουν ότι οι έρευνες που έχουν γίνει στη Σουηδία, δείχνουν ότι σχεδόν όλα τα αγόρια εφηβικής ηλικίας καταναλώνουν πορνογραφικό υλικό τουλάχιστο μία με δύο φορές τον χρόνο. Το μισό ποσοστό έφηβων κοριτσιών καταναλώνει πορνογραφία με την ίδια συχνότητα (Donovan et al. 2021, όπως αναφ. στο Svedin et al., 2022). Οι Donevan et al. (2021), αναφέρουν ότι σε δείγμα 2170 αγοριών ηλικίας 17-18 ετών, σε Δήμο της Ιταλίας, το 89% δήλωσε ότι έχει κάνει χρήση πορνογραφικού υλικού με διαφορές στη συχνότητα (Bothe et al., 2020, όπως αναφ. στο Donevan et al., 2022). Στον Καναδά, σε δείγμα 2846 ατόμων στην εφηβεία, βρέθηκε ότι το 88% των ετεροφυλόφιλων και cisgender ( cisgender: η εσωτερική αίσθηση του ατόμου για το φύλο του ταυτίζεται με το φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση) αγοριών και το 39% των ετεροφυλόφιλων και cisgender κοριτσιών, χρησιμοποιούν πορνογραφικό υλικό, με το 17% των αγοριών και το 1% των κοριτσιών, των παραπάνω ποσοστών, να κάνει κατανάλωση τουλάχιστον μία φορά τη μέρα (Flesia et al, 2020, όπως αναφ. στο Donevan et al. 2021). Έρευνα του 2019 στην Σουηδία έδειξε ότι το 49% των νεαρών ανδρών ηλικίας 16 έως 29 ετών καταναλώνουν πορνογραφικό υλικό σχεδόν καθημερινά, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις νεαρές γυναίκες είναι 3% (Folkhälsomyndigheten, 2019, όπως αναφ. στο Donevan et al. 2021).
Ανησυχίες και προβληματισμοί από την κατανάλωση πορνογραφίας στην εφηβεία
Η έκθεση των νεαρών ατόμων σε πορνογραφικό υλικό εγείρει μια σειρά από σοβαρές ανησυχίες που συνδέονται με την ανάπτυξη της σεξουαλικής τους υγείας. Πλήθος συγγραμμάτων και ερευνών αναδεικνύουν και υπογραμμίζουν αυτά τα ζητήματα. Παράλληλα, οργανισμοί, συλλογικότητες και ατομικότητες, που εργάζονται για την προώθηση της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, προτείνουν τη συζήτηση του θέματος με τα παιδιά και τα άτομα στην εφηβεία, τόσο στο σχολείο όσο και στην οικογένεια, προκειμένου να τα βοηθήσουν να αναπτύξουν κριτική ικανότητα και να λαμβάνουν ωφέλιμες αποφάσεις για τον εαυτό τους.
Αυτο-αντικειμενοποίηση, σύγκριση σώματος και αρνητική κριτική σώματος
Οι Mahuaux et al. (2021) αξιοποιώντας ερευνητικά δεδομένα που συνδέουν το εξιδανικευμένο περιεχόμενο που προβάλλεται από τα μέσα με τις ανησυχίες που έχουν τα άτομα στην εφηβεία σχετικά με το σώμα τους, προχώρησαν σε έρευνα που μελετά την επίδραση της πορνογραφίας στην αυτό-αντικειμενοποίηση, τη σύγκριση σώματος και την αρνητική κριτική σώματος (body shaming). Η έκθεση σε πορνογραφικό υλικό μπορεί να συμβάλλει στην επίμονη παρατήρηση των σωμάτων και στην υπερεκτίμηση της εμφάνισης (Fredrickson & Roberts, 1997, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021). Αντίστοιχες έρευνες σε Βέλγιο (Vandenbosch & Eggermont, 2013, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021) και Γερμανία επιβεβαίωσαν το ίδιο (Doornwaard et al.,2014, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021). Παρόμοια έρευνα στην Κροατία δεν έδειξε αυτή τη σύνδεση (Sevic, Cipri´c, Buˇsko, &ˇStulhofer, 2020, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021).
Η εσωτερίκευση της ιδέας των πολιτισμικά ορισμένων ιδανικών σωμάτων που αναπαρίσταται και μέσα από την πορνογραφία, φαίνεται να οδηγεί τους νέους ανθρώπους στη σύγκριση των σωμάτων τους με αυτές των ηθοποιών και των μοντέλων που εμφανίζονται στην πορνογραφία (Thompson et al., 1999; Vandenbosch &Eggermont, 2013; όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021 ). Άλλη έρευνα αναφέρει ότι η χρήση πορνογραφίας μπορεί να οδηγήσει στη σύγκριση του σώματος με σώματα διάσημων ατόμων, μοντέλων και με αυτά άλλων συνομήλικων ατόμων (Jones, 2001, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021), ενώ στη Σουηδία, άτομα στην εφηβεία εκφράζουν ανησυχία ότι τα σώματά τους θα συγκριθούν, από τους/τις συντρόφους τους, με αυτά των ηθοποιών και των μοντέλων που εμφανίζονται στην πορνογραφία (Löfgren-Mårtenson & Månsson, 2010, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021).
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα έρευνας που συνδέουν την κατανάλωση πορνογραφίας, από άτομα στην εφηβεία, με το αίσθημα ντροπής για το σώμα τους (Knauss et al., 2008, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021). Παρόμοιες έρευνες σε Ολλανδία (Peter & Valkenburg, 2014, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021) και σε Σουηδία (Löfgren-Mårtenson & Månsson, 2010, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021), συνδέουν τη χρήση πορνογραφίας με τη δυσφορία και την ανασφάλεια σχετικά με το σώμα και την αίσθηση ότι το άτομο δεν είναι ελκυστικό (Peter & Valkenburg, 2014, όπως αναφ. στο Mahuaux et al., 2021).
Κατανάλωση πορνογραφίας και ψυχική υγεία
Οι Svedin et al. (2022) αναφέρουν ότι η πορνογραφία από μόνη της δεν αποτελεί παράγοντα ανάπτυξης προκλήσεων που συνδέονται με την ψυχική υγεία, σε άτομα στην εφηβεία. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως είναι η πρόωρη έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας, η σεξουαλική κακοποίηση, οι επικρατούσες συνθήκες στο οικογενειακό περιβάλλον και η αδικαιολόγητη απουσία από το σχολείο. Ωστόσο, αναφέρουν ότι η κατανάλωση αποκλίνουσας πορνογραφίας (παιδική πορνογραφία, πορνογραφία με ζώα, βίαιη πορνογραφία) συνδέεται πιο συχνά με την ανάπτυξη ζητημάτων ψυχικής υγείας στα έφηβα άτομα. Η Farina (2021), αναφέρει ότι η σεξουαλική επιθετικότητα στα άτομα στην εφηβεία, αλλά και ζητήματα που αφορούν την ψυχική υγεία, συνδέονται με τους συμβολισμούς που παράγονται και αναπαράγονται μέσα από την πορνογραφία. Ομοίως, οι Guy et al. (2012), αναφέρουν ότι υπάρχουν ισχυρά ερευνητικά δεδομένα που υποστηρίζουν ότι η έκθεση σε πορνογραφικό υλικό ενισχύει τη σεξουαλική επιθετικότητα. Η κατανάλωση πορνογραφίας συμβάλλει στην δημιουργία μη ρεαλιστικών προσδοκιών για το σεξ και τις σχέσεις. Η Farina (2021), αναφέρει ότι η φαντασία μεταφράζεται ως πραγματικότητα, ενώ η αύξηση στην κατανάλωση πορνογραφικού υλικού αυξάνει και την δυσκολία κατανόησής του ως μη ρεαλιστικό (Wright & Štulhofer, 2019, όπως αναφ. στο Farina, 2021). Αυτό επιδρά στην υγιή ανάπτυξη της σεξουαλικότητας του ατόμου.
Κατανάλωση πορνογραφίας, έμφυλα στερεότυπα και έμφυλη βία
Όπως αναφέρουν οι o’Donohue & Schewe (2019), η έμφυλη ανισότητα είναι κάτι πολύ κοινό στο πορνογραφικό υλικό και αυτό προκαλεί τη συζήτηση γύρω από τη βία που αναπαράγεται στην οθόνη (Arakawa et al., 2012). Σε έρευνα που έγινε σε 400 βίντεο πορνογραφίας που φιλοξενούνται σε δημοφιλείς ιστοτόπους, βρέθηκε ότι οι γυναίκες έχουν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάζονται ως αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για σεξουαλική ικανοποίηση (Klaassen & Peter, 2015, όπως αναφ. στο o’Donohue & Schewe, 2019). Η ίδια έρευνα υπογραμμίζει τις διαφορές που αναπαρίστανται αναφορικά με τους έμφυλους ρόλους, τον έλεγχο της σεξουαλικής δραστηριότητας και την απόλαυση. Ακόμα, επισημαίνει σε βίαιες και καταναγκαστικές πράξεις, οι γυναίκες παρουσιάζονται ως ουδέτερες ή θετικές. Οι έρευνες που συνδέουν την έμφυλη βία με την κατανάλωση πορνογραφίας είναι πολλές, ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται, τον σκοπό για τον οποίο διεξάγονται και τον τίτλο τον οποίο έχει η καθεμιά. Όλες συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η αντικειμενοποίηση, η υποτίμηση, η εκμετάλλευση, η ανισότητα δύναμης, η λεκτική βία και η κατάφωρη σωματική επιθετικότητα ως χαρακτηριστικά που εμφανίζονται στην πορνογραφία, συνδέονται με την άσκηση βίας Bridges et al., 2010; Gorman, Monk-Turner, & Fish, 2010; Whisnant, 2016, όπως αναφ. στο o’Donohue & Schewe, 2019)
Η παρουσίαση της συναίνεσης μέσα από την πορνογραφία
Παρά το γεγονός ότι υπάρχει δυσκολία στον ορισμό του τι είναι βία στην πορνογραφία, η έρευνα έχει να παρουσιάσει κάποια ενδιαφέροντα δεδομένα. Συμπεριφορές όπως χτυπήματα στο σώμα, σφαλιάρες και πνίξιμο παρουσιάζονται ως ευπρόσδεκτες συμπεριφορές, είτε με ουδετερότητα είτε με απόλαυση (Bridges et al., 2010, όπως αναφ. στο o’Donohue & Schewe, 2019). Οι o’Donohue & Schewe (2019), αναφέρουν ότι υπάρχουν μοτίβα στην πορνογραφία που κανονικοποιούν τα βίαια σεξουαλικά σενάρια και τη «συμβολική αντίσταση» στη βία. Μια άλλη διάσταση της συναίνεσης αφορά και τις επιλογές των ηθοποιών και των μοντέλων που εργάζονται στην πορνογραφία, στη βάση του κατά πόσο αναγκάζονται να ανταποκριθούν σε ρόλους που απαιτούν την πραγματοποίηση πράξεων, οι οποίες δεν είναι στις επιλογές και εντός των ορίων τους.
Εκδικητική πορνογραφία
Μέσα από διάφορες δυσάρεστες αφορμές πολλές φορές ανοίγει η συζήτηση γύρω από την δημοσιοποίηση πορνογραφικού υλικού για λόγους εκδίκησης. Πολλά ανήλικα και ενήλικα άτομα, κυρίως γυναίκες, έρχονται σε επαφή με την τραυματική εμπειρία της έκθεσης προσωπικών τους στιγμών σε ιστοτόπους φιλοξενίας πορνογραφικού υλικού, χωρίς καμία δική τους συναίνεση. Το ζήτημα αυτό πρέπει να τίθεται στις συζητήσεις με τους νέους ανθρώπους, εντός του πλαισίου της ευρύτερης συζήτησης γύρω από την κατανάλωση πορνογραφίας. Είναι σημαντικό να τους βοηθήσουμε να συνειδητοποιήσουν ότι είναι σοβαρό ενδεχόμενο, ακόμα και μέσα από δημοφιλείς ιστοτόπους, να καταναλώσουν πορνογραφικό υλικό που δεν έχει δημοσιευτεί με τη συναίνεση των ατόμων που συμμετέχουν σε αυτό.
Η συζήτηση για την κατανάλωση πορνογραφικού υλικού από παιδιά και άτομα στην εφηβεία πρέπει να παραμείνει ανοιχτή, όπως και κάθε άλλη που θα συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας υγιούς σεξουαλικότητας στην ενήλικη ζωή. Τα προγράμματα Περιεκτικής Σεξουαλικής Αγωγής περιλαμβάνουν τη συγκεκριμένη θεματική και όταν ασκούνται με υπευθυνότητα, με χρήση επιστημονικά τεκμηριωμένων επιχειρημάτων και με τη ενεργή συμμετοχή των νέων ατόμων, μπορούν να είναι αποτελεσματικά ως προς την ανάπτυξη υπεύθυνης στάσης και την ενίσχυση της ορθής κρίσης τους.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Donevan, M., Jonsson, L., Bladh, M., Priebe, G., Fredlund, C., & Svedin, C. G. (2022). Adolescents’ Use of Pornography: Trends over a Ten-year Period in Sweden. Archives of sexual behavior, 51(2), 1125– 1140. https://doi.org/10.1007/s10508-021-02084-8
Farina, R. E. (2022). Adolescent pornography consumption: A symbolic interactionist lens. Journal of Family Theory & Review, 14( 2), 141– 156. https://doi.org/10.1111/jftr.12445
Guy, R. J., Patton, G. C., & Kaldor, J. M. (2012). Internet pornography and adolescent health. The Medical journal of Australia, 196(9), 546–547. https://doi.org/10.5694/mja12.10637
Maheux, A. J., Roberts, S. R., Evans, R., Widman, L., & Choukas-Bradley, S. (2021). Associations between adolescents’ pornography consumption and self-objectification, body comparison, and body shame. Body Image, 37, 89–93. https://doi.org/10.1016/j.bodyim.2021.01.014
o’Donohue, W., & Schewe, P. (2019). Handbook of Sexual Assault and Sexual Assault Prevention. https://doi.org/10.1007/978-3-030-23645-8
Svedin, C. G., Donevan, M., Bladh, M., Priebe, G., Fredlund, C., & Jonsson, L. S. (2022). Associations between adolescents watching pornography and poor mental health in three Swedish surveys. European child & adolescent psychiatry, 10.1007/s00787-022-01992-x. Advance online publication. https://doi.org/10.1007/s00787-022-01992-x

