Βασικά σημεία προετοιμασίας επικοινωνίας θεμάτων Περιεκτικής Σεξουαλικής Εκπαίδευσης στο σχολείο


Κείμενο: Μαρία Πατεράκη


Η ταύτιση της σεξουαλικότητας με τη βιολογική της διάσταση μπορεί να μας απομακρύνει από τον στοχασμό και αναστοχασμό της διάστασής της που φέρει κοινωνικό πρόσημο. Το κείμενο αυτό βασίζεται σε συμπεράσματα και θέσεις που διαμόρφωσα ως τώρα, μέσα από τη διαδικασία επιμόρφωσης, αυτό-επιμόρφωσης μου και από την επικοινωνία των θεμάτων αυτών με το μαθητικό και το ενήλικο κοινό.

Τα θέματα της σεξουαλικότητας φέρουν πολλαπλό φορτίο. Κυρίως, όμως, φέρουν την υποκειμενική οπτική του κάθε ατόμου που καλείται να τα επικοινωνήσει. Αυτό το χαρακτηριστικό χρειάζεται να διαχωριστεί από το πλαίσιο εκπαίδευσης για την σεξουαλική υγεία, όπως αυτό προτείνεται από διεθνείς οργανισμούς και από την επιστημονική κοινότητα. Επομένως, είναι πιθανό, να αντιμετωπίσουμε προκλήσεις και διλήμματα λόγω της σύγκρουσης της προσωπικής μας οπτικής με τα δεδομένα της επιστημονικής έρευνας. Γι’ αυτό, πριν ξεκινήσουμε, είναι αναγκαίο να δώσουμε τον απαραίτητο χρόνο στον εαυτό μας να σκεφτεί τι έχει περισσότερη σημασία για εμάς. Μέσα από τη διαδικασία αυτή αναδύονται συγκεκριμένες επιλογές οι οποίες θα οδηγήσουν στην συνειδητή πλέον επιλογή της άσκησης ή μη άσκησης της Περιεκτικής Σεξουαλικής Εκπαίδευσης στο σχολείο. Η διαδικασία αυτή έχει, κατά τη γνώμη μου, και μια θεραπευτική διάσταση. Μαθαίνουμε κάτι περισσότερο για εμάς, μέσα από μια σειρά επεξεργασιών των θέσεων, των πεποιθήσεων και των αξιών μας, ανεξαρτήτως από την τελική επιλογή μας.

Αν αποφασίσουμε να στηρίξουμε τα μέρη του μαθητικού μας κοινού, θα χρειαστεί να επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία του στοχασμού και του αναστοχασμού συνεχώς. Για κάθε θέμα που θα καλούμαστε να ανοίγουμε χρειάζεται να αναζητούμε έγκυρες πηγές πληροφόρησης (υπάρχουν στην Ελλάδα και πολλές περισσότερες στο εξωτερικό), να σκεφτόμαστε τη δική μας οπτική για το συγκεκριμένο θέμα, να το φέρνουμε στην ομάδα που εκπαιδεύουμε, να δίνουμε χώρο για συζήτηση και να το σκεφτόμαστε ξανά. Το θέμα του φύλου, όπως αναφέρεται και παρακάτω, δεν είναι κάτι που «ανοίγει εδώ και κλείνει εκεί». Διαπερνά και χρωματίζει όλες τις πτυχές της ύπαρξής μας στην κοινωνία. Η σεξουαλικότητα δεν αποτελεί εξαίρεση. Επομένως, το φύλο είναι κάτι για το οποίο θα χρειαστεί να αναστοχαστούμε με αφορμή διάφορες θεματικές γύρω από τη σεξουαλικότητα.

Λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό επιρροής που έχουμε στα παιδιά ως εκπαιδευτικοί, έχει σημασία να τους εξηγήσουμε από την πρώτη στιγμή (και στη συνέχεια να υπενθυμίζουμε) ότι στο συγκεκριμένο πλαίσιο συνυπάρχει η προσωπική οπτική του κάθε ατόμου που συμμετέχει σε αυτό (συμπεριλαμβανόμαστε και οι εκπαιδευτικοί) και η οπτική της επιστήμης. Η προσωπική οπτική είναι αποδεκτή (ως τοποθέτηση και όχι ως γενική αλήθεια) όταν δεν αναπαράγει κακοποίηση, στίγμα και δεν φέρει νοήματα ντροπής και ταπείνωσης, όταν δεν προτρέπει σε βία και όταν δεν την δικαιολογεί. Επομένως, όλα τα άτομα που βρισκόμαστε στο ίδιο εκπαιδευτικό πλαίσιο χρειάζεται να συμφωνήσουμε στη μη αναπαραγωγή του κακοποιητικού λόγου και αυτού που αναπαράγει διακρίσεις.

Πολλές φορές ο κακοποιητικός λόγος και αυτός που αναπαράγει διακρίσεις και στερεοτυπικές αντιλήψεις, μέσα στο σχολείο, εμφανίζεται υπό μορφή αστείου. Αυτό μπορεί να έρθει και από τα παιδιά αλλά και από το εκπαιδευτικό ή άλλο προσωπικό. Στο πλαίσιο του στοχασμού και του αναστοχασμού που προανέφερα, μπορεί να διαπιστώσουμε ότι τον χρησιμοποιούμε και εμείς οι εκπαιδευτικοί. Για να φτάσουμε στη θέση να αποδομήσουμε την επίφαση του αστείου στον κακοποιητικό λόγο, χρειάζεται να είμαστε σε θέση να τον αναγνωρίζουμε. Επομένως, χρειάζεται να ασκήσουμε μια αυτοκριτική. Η αποδόμηση πρέπει να αρχίσει από εμάς, ώστε να μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να αποδομήσουμε την «χιουμοριστική» επίφαση του κακοποιητικού λόγου τόσο μέσα στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο όσο και στο σχολείο ευρύτερα.

Ποικιλομορφία και συμπερίληψη

Συχνά χρησιμοποιείται ο όρος «διαφορετικότητα» όταν γίνεται αναφορά σε άτομα και καταστάσεις που «αποκλίνουν» από τη νόρμα. Ο όρος «διαφορετικότητα» φέρει μια σιωπηρή δήλωση. Ότι κάτι είναι το «σωστό», το «κανονικό», το «φυσιολογικό» και πάντα με αναγωγή στη φύση, ενώ ό,τι απέχει από αυτό είναι το «άλλο», το «διαφορετικό». Το αφήγημα που ανάγει τις κοινωνικές συμπεριφορές στη φύση δεν έχει καμία επιστημονική βάση. Το μόνο που έχει να αναδείξει η εφαρμογή του είναι οι διακρίσεις, οι αποκλεισμοί, οι προκαταλήψεις, η μη εκπλήρωση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η βία. Επομένως, έχει ιδιαίτερη σημασία η αντικατάσταση αυτού του όρου με έναν άλλον ο οποίος θα εκφράζει το ακριβώς αντίθετο. Ο όρος «ποικιλομορφία» είναι αυτός που προτείνεται να χρησιμοποιείται όταν αναφερόμαστε, για παράδειγμα, σε θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού ή και ταυτότητας φύλου. Είναι χρήσιμο να εξηγήσουμε και στο μαθητικό μας κοινό τις διαφορές ανάμεσα σε αυτούς τους όρους, γιατί έτσι θα του προσφέρουμε την ευκαιρία να τους σκεφτεί και να τους χρησιμοποιεί και πέρα από το σχολικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο.

Παρά το γεγονός ότι ο όρος «ποικιλομορφία» εκφράζει συμπερίληψη, η εφαρμογή του στον λόγο και στο εκπαιδευτικό υλικό χρειάζεται κάτι περισσότερο. Για παράδειγμα, στη βάση της σεξουαλικότητας, δεν είναι μόνον τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα που συχνά στερούνται αναφοράς και ορατότητας στο εκπαιδευτικό πλαίσιο. Άτομα με αναπηρία, μη νευροτυπικά άτομα, άτομα με ψυχικές ασθένειες, ηλικιωμένα άτομα κ.α., συχνά θεωρείται ότι δεν έχουν καν σεξουαλικότητα. Αυτό όχι μόνον δεν ισχύει, σίγουρα δεν ισχύει για όλα τα άτομα αυτών των ομάδων, αλλά διατηρεί τον αποκλεισμό τους από την υποστήριξη, τη λήψη έγκυρων πληροφοριών και το μοίρασμα προβληματισμών και εμπειριών γύρω από τη σεξουαλικότητά τους. Επομένως, είναι θεμελιώδους σημασίας προτού ξεκινήσουμε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που προάγει την ανάπτυξη μιας υγιούς σεξουαλικότητας, να βοηθήσουμε το μαθητικό μας κοινό να κατανοήσει την έννοια και την αξία της συμπερίληψης. Με αυτό τον τρόπο θα στηρίξουμε τα παιδιά να σκεφτούν ευρύτερα την ανθρώπινη ποικιλόμορφία σε πολλαπλά επίπεδα και θα τους προσφέρουμε ένα ασφαλές πλαίσιο έκφρασης σε περίπτωση που κάποια από τα παιδιά αντιμετωπίζουν την πρόκληση του αποκλεισμού και του στίγματος.

Η γλώσσα είναι μια κατασκευή που κατασκευάζει

Η επιλογή των λέξεων που θα βάλουμε σε μια πρόταση έχει περισσότερη επίδραση απ’ όσο νομίζουμε. Οι λέξεις ήδη φέρουν ένα νόημα, ήδη έχουν χρησιμοποιηθεί σε ένα πλαίσιο ευρύτερων νοημάτων και ακριβώς γι’ αυτό τις επιλέγουμε. Τα νοήματα που φέρουν οι λέξεις έχουν τη δύναμη να προκαλέσουν συναισθήματα στα άτομα στα οποία απευθύνονται. Οι αντιδράσεις ενισχύουν τα νοήματα, τα επικυρώνουν ή τα αμφισβητούν. Στο εκπαιδευτικό πλαίσιο, είναι εξίσου σημαντική η χρήση μιας πιο ουδέτερης γλώσσας, μιας γλώσσας από την οποία θα απουσιάζουν οι χαρακτηρισμοί, οι υπεργενικεύσεις, οι αφορισμοί και η κινδυνολογία.

Για παράδειγμα, ένα δύσκολο θέμα που καλούμαστε οι εκπαιδευτικοί να επικοινωνήσουμε στο πλαίσιο της εκπαίδευσης για τη σεξουαλικότητα, είναι η κατανάλωση πορνογραφίας κατά την περίοδο της εφηβείας. Υπάρχουν πολλές επιλογές να προσεγγιστεί το ζήτημα αυτό και ορισμένες φορές η τάση για την προστασία των παιδιών από κινδύνους μπορεί να πυροδοτήσει μια προσέγγιση κατακεραύνωσης του φαινομένου, των ατόμων που εργάζονται στον τομέα παραγωγής πορνογραφικού υλικού, ακόμα και των ατόμων που κάνουν χρήση αυτού του υλικού. Αυτές οι προσεγγίσεις, συνήθως, δεν φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή την απόρριψη της επιλογής της έκθεσης σε πορνογραφικό υλικό. Αντιθέτως, η επιλογή κατάλληλων λέξεων θα βοηθήσει να τεθούν τα σημαντικά ερωτήματα γύρω από την ασφάλεια, να παραχθούν τοποθετήσεις από τα παιδιά και από εμάς, να αναπτυχθεί συζήτηση γύρω από αυτές και τελικά να μπει ένα ακόμα γερό λιθαράκι στην δόμηση της κριτικής σκέψης των παιδιών. Επομένως, αν αντιμετωπίσουμε το θέμα της πορνογραφίας ως πολιτισμικό προϊόν, άρα με μια πιο ουδέτερη και ψύχραιμη γλώσσα, είναι πιο πιθανό να κάνουμε μια παραγωγική συζήτηση με τα παιδιά και να πετύχουμε τον στόχο μας.

Ναι στις ερωτήσεις, όχι στα κηρύγματα

Γνωρίζω, από την εμπειρία μου, ότι οι εκπαιδευτικοί «οφείλουμε» να είμαστε φορείς παραδοσιακών αξιών για τη διατήρηση της συνοχής της εθνικής μας ταυτότητας. Η αντίληψη αυτή είναι παρωχημένη και ταιριάζει περισσότερο στην εποχή της σύλληψης της ιδέας της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης που θα εξυπηρετούσε την ιδέα της ενιαίας εθνικής ταυτότητας, στο πλαίσιο της θεμελίωσης της κατασκευής των εθνών. Στο σήμερα, η ιδέα αυτή δεν βρίσκει την ίδια εφαρμογή, γιατί εν τω μεταξύ έχει συμβεί μια σειρά γεγονότων που έχει μετασχηματίσει τις αρχικές αυτές ιδέες (π.χ. παγκοσμιοποίηση, πολυπολιτισμικότητα). Μπορεί, η ιδέα αυτής της οφειλής να μας ωθεί να υποθέτουμε ότι δημιούργούνται προσδοκίες στην τοπική κοινότητα ή και στην κοινωνία ευρύτερα. Αυτό μπορεί να μας προκαλεί κάποιον διχασμό ως προς την προσέγγιση των θεμάτων που αφορούν την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Δηλαδή, να νιώθουμε κάποιο χρέος να εκπληρώσουμε μια απροσδιόριστη κοινωνική προσδοκία της προστασίας των παραδοσιακών αξιών, μέσω της κατήχησης περί σωστού και λάθους, που θεμελιώνεται σε κάποια κανονικότητα.

Οι σύγχρονες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις είναι πολύ μακριά από αυτή την προσέγγιση. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι αξίες και οι πεποιθήσεις του κάθε ατόμου περιφρονούνται ή υποτιμούνται. Αντιθέτως, οι αξίες αναδύονται στο πεδίο της συζήτησης για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, στη βάση της υποκειμενικότητας. Επομένως, ενθαρρύνουμε ισχυρά τα παιδιά να στοχαστούν τις προσωπικές τους αξίες (οι οποίες προφανώς εδράζονται στις οικογενειακές) γύρω από τα θέματα που ανοίγουμε κάθε φορά. Άλλωστε, στις ομάδες μας είναι πολύ πιθανό να υπάρχει ευρεία πολιτισμική ποικιλότητα. Ο στόχος, λοιπόν, δεν είναι ούτε να μην έχουμε αξίες, αλλά ούτε να έχουμε όλα τα άτομα τις ίδιες και μάλιστα με την ίδια προτεραιότητα.

Σε ό,τι αφορά τις αξίες, μιλώντας από προσωπική εμπειρία, υπάρχει ένα σημαντικό κενό επίγνωσης στην πλειονότητα των παιδιών. Δεν το αναφέρω ως μομφή και αν το έκανα, αυτή θα κατευθυνόταν προς τον κόσμο των ενηλίκων και προς τους θεσμούς και τον χαρακτήρα του παρόντος εκπαιδευτικού συστήματος που εκπροσωπούνται από ενήλικα άτομα. Πώς μπορούμε να συζητήσουμε και να σκεφτούμε πάνω σε θέματα που αφορούν την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, όταν προηγουμένως δεν έχουμε δώσει χρόνο στον εαυτό μας να σκεφτούμε τις αξίες που φέρουμε και την ιεράρχησή τους; Πώς μπορούμε να επιτύχουμε ένα ωφέλιμο αποτέλεσμα, τόσο για εμάς όσο και για το μαθητικό μας κοινό, αν δεν κατανοήσουμε ότι οι αξίες και η ιεράρχησή τους μπορεί να αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου και αυτό είναι εντάξει; Πώς θα στηρίξουμε την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας στα παιδιά, αν δεν τα βοηθήσουμε να διακρίνουν τις αξίες και τις ψευδο-αξίες;

Η συζήτηση που αναπτύσσεται μέσα από τις ερωτήσεις που θα θέσουμε στα παιδιά και όχι μέσα από διαλέξεις/κατήχηση/κηρύγματα, μπορεί να βοηθήσει να γίνουν πιο συνειδητά όλα αυτά τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης για τη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική υγεία. Η χρήση αυτών των πνευματικών εργαλείων δεν θα σταματήσει με τη λήξη της εκπαίδευσης. Και αυτός είναι ένας από τους στόχους.

Η επίγνωση γύρω από τις αξίες και τις ψευδο-αξίες, εξακολουθεί να αφορά και εμάς, τις/τους εκπαιδευτικούς, σε όλη την διάρκεια της επιμόρφωσης, αυτό-επιμόρφωσης και άσκησης της εκπαίδευσης για τη σεξουαλικότητα. Ο όρος «ψευδο-αξίες» μπορεί να ακούγεται κάπως ακυρωτικός και σκληρός. Πολλές φορές, οι άνθρωποι εγκλωβιζόμαστε σε ιδέες που επικαλούμαστε ως αξίες, όμως οι πράξεις μας δεν εναρμονίζονται με αυτές. Για παράδειγμα, ένα άτομο που θέτει τη θρησκεία ως τη βασικότερη αξία στη ζωή του, αναμένεται ο τρόπος ζωής του να εναρμονίζεται με το δόγμα της θρησκείας στην οποία πιστεύει. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, αλλά προτάσσει την αξία της θρησκείας ως τη σημαντικότερη για εκείνο, μάλλον ο ορισμός της «ψευδο-αξίας» ταιριάζει περισσότερο και όχι της «αξίας».

Διαχωρισμός φύσης και κοινωνίας

Υπάρχει μια κυρίαρχη αντίληψη ότι οι συμπεριφορές μας προέρχονται από κάποια βιολογική ρύθμιση που φέρουμε εκ γενετής. Αυτή η αντίληψη αναπαράγεται συχνά σε συζητήσεις που αφορούν τα φύλα και την εθνοτική ή και φυλετική καταγωγή. Για παράδειγμα, δεν υπάρχουν ούτε «γυναικείες» και «ανδρικές» συμπεριφορές που να επιβάλλονται από τις ταξινομήσεις «άνδρας» και «γυναίκα», οι οποίες χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν τη ποικιλομορφία στα βιολογικά χαρακτηριστικά των σωμάτων. Άλλωστε, ακόμα και η συζήτηση για το λεγόμενο «βιολογικό φύλο» έχει αλλάξει και πλέον γίνεται στη βάση της έννοιας του φάσματος (βλ. intersex κατάσταση). Ομοίως, η εθνοτική ή και η φυλετική καταγωγή, στη βάση των βιολογικών χαρακτηριστικών, δεν προεξοφλεί καμία κοινωνική συμπεριφορά. Δεν αμφισβητείται η ύπαρξη θεωριών που παράγουν υποτέλεια, αλλά η εγκυρότητά τους με αναγνωρισμένα επιστημονικά κριτήρια.

Οι έννοιες της φυσικοποιημένης «καθαρότητας» και της «ανωτερότητας» παράγουν και αναπαράγουν εξουσία, κυριαρχία, αποκλεισμούς, διακρίσεις και βία. Έχει νόημα και μεγάλη αξία να κατανοήσουμε αυτή τη διαφορά και να σταθούμε κριτικά απέναντι στις απόψεις που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο αναπαράγουν τον βιολογικό ντετερμινισμό. Τονίζω την σημαντικότητα αυτής της επίγνωσης, επειδή μία πολύ σημαντική θεματική της εκπαίδευσης για τη σεξουαλικότητα είναι η έμφυλη βία. Έτσι, αν δεν στοχαστούμε πάνω στο σύστημα που παράγει, αναπαράγει και νομιμοποιεί κοινωνικά την έμφυλη βία, υπάρχει μεγάλο ρίσκο και να αποτύχουμε να επικοινωνήσουμε αποτελεσματικά το θέματα αυτό με το μαθητικό μας κοινό, αλλά και να συμβάλλουμε στη διατήρηση του φαινομένου. Επομένως, η μοίρα της «προκλητικής γυναίκας» και του «ασυγκράτητου άνδρα», μιλώντας για τη σεξουαλική βία, είναι κοινωνικά καθορισμένη και όχι βιολογικά. Το πεπρωμένο της γυναίκας-φροντίστριας και του άνδρα-κουβαλητή είναι κοινωνική προσδοκία και όχι επιταγή της φύσης. Η μητρότητα και η πατρότητα δεν είναι προορισμός που επιβάλλεται από τη φύση, είναι επιλογή, είναι δυνατότητα.

Επιμόρφωση, αυτό-επιμόρφωση και αυτενέργεια

Η διεκδίκηση της εισόδου προγραμμάτων Περιεκτικής Σεξουαλικής Εκπαίδευσης στο σχολείο, υπό μορφή σταθερού μαθήματος, από την εκπαιδευτική κοινότητα είναι εξαιρετικά υπεύθυνη στάση. Χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίσουμε ως υπεύθυνη στάση την απόρριψη να διδαχθεί από εμάς ή άλλες/-ους συναδέλφισσες/-ους, για λόγους συμπλήρωσης ωραρίου ή κάλυψης κενών. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ως υπεύθυνη στάση την άσκηση της εκπαίδευσης για τη σεξουαλική υγεία μόνον από επιμορφωμένο εκπαιδευτικό προσωπικό.

Στη χώρα μας προσφέρονται αρκετά επιμορφωτικά προγράμματα, σε πανεπιστήμια και όχι μόνον, επιμορφωτικές δράσεις και εκπαιδευτικό υλικό από οργανώσεις, συλλογικότητες και άτομα που προωθούν τα θέματα αυτά. Πρόκειται για ένα αντικείμενο με πολλές θεματικές και απαιτείται χρόνος για να ολοκληρωθεί η διαμόρφωση της γνώσης σε ένα πρώτο επίπεδο. Αυτό, όμως, θα μας βάλει σε έναν δρόμο στον οποίο μπορούμε να συνεχίσουμε.

Εκτός από τα παιδιά, μπορούμε να βοηθήσουμε τους γονείς/κηδεμόνες και άλλα ενήλικα άτομα με φροντιστικό ρόλο προς τα παιδιά, να επιμορφωθούν και να επεξεργαστούν τα ζητήματα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Η επικοινωνία μεταξύ σχολείου και οικογένειας μπορεί να είναι εξαιρετικά ενισχυτική για τα παιδιά.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω θέματα, θα έλεγα πως για την άσκηση της Περιεκτικής Σεξουαλικής Εκπαίδευσης η προσωπική μας εμπειρία και η προσωπική μας διαδρομή δεν αποτελεί και δεν πρέπει να γίνει αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών. Η υπεύθυνη στάση ορίζεται και από την δική μας προετοιμασία, πριν, κατά τη διάρκεια και στο τέλος του κύκλου της εκπαίδευσης. Είναι μια επένδυση προσωπική και συλλογική.