Πηγή: American Psychological Association, Zara Abrams
Τελευταία ενημέρωση πηγαίου κειμένου: 25 Αυγούστου, 2022
Μετάφραση: Μαρία Πατεράκη
Νέα έρευνα ανατρέπει μια παλαιότερη υπόθεση, καθώς οι ψυχολόγοι επιδιώκουν τη βελτίωση των κοινωνικών πλαισίων και των περιβαλλόντων, για την ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Για χρόνια, το εφηβικό μυαλό αντιμετωπιζόταν από τον ερευνητικό κόσμο, τα πρόσωπα χάραξης πολιτικής και το κοινό, περισσότερο ως φορτίο παρά ως πλεονέκτημα. Οι έφηβες και οι έφηβοι, ήταν μηχανές παραγωγής κινδύνου – επειδή δεν είχαν τις δυνατότητες ορθής λήψης αποφάσεων, που προφέρει ένας πλήρως αναπτυγμένος προμετωπιαίος φλοιός – και ήταν πιθανό να κάνουν κακό στον εαυτό τους και στους άλλους ανθρώπους. Αυτό το αφήγημα έχει ξεκινήσει να αλλάζει.
Υπάρχει μια αυξανόμενη αναγνώριση αυτού που πριν αντιμετωπιζόταν σαν ανωριμότητα, ως μια νοητική, συμπεριφορική και νευρολογική ευελιξία η οποία επιτρέπει στις έφηβες και στους εφήβους να εξερευνήσουν και να προσαρμοστούν στις εσωτερικές και εξωτερικές μετατοπίσεις των κόσμων τους.
Το πεδίο της νευροεπιστήμης για τη νοητική ανάπτυξη, βρίσκεται στο όριο της γνώσης γύρω από αυτή τη νέα οπτική, χρησιμοποιώντας ενημερωμένη μεθοδολογία, μεγαλύτερα και πιο ποικιλόμορφα δείγματα και πειραματικές εργασίες συνδεδεμένες με τον πραγματικό κόσμο, προκειμένου να υπάρξουν απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν τη σύνδεση των εφήβων με το περιβάλλον τους. Επίσης, υποστηρίζει τις πολιτικές και πρακτικές που βασίζονται στην αναπτυξιακή γνώση και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από την ψυχική υγεία μέχρι τα δικαστήρια ανηλίκων. «Το εφηβικό μυαλό, για πολύ καιρό, αντιμετωπιζόταν ως χαλασμένο, ανώριμο ή ως παράγοντα που επιδρά στην εκδήλωση προβληματικών συμπεριφορών», λέει η Eva Telzer, PhD, αναπληρώτρια καθηγήτρια ψυχολογίας και υπεύθυνη του Νευροεπιστημονικού Εργαστηρίου για την Κοινωνική Ανάπτυξη, του πανεπιστημίου Chapel Hill, στη Βόρεια Καρολίνα. «Όμως, τα τελευταία πέντε χρόνια, υπάρχεί μια τεράστια μετατόπιση προς την οπτική αντιμετώπισης του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου ως κάτι εύπλαστο, ευέλικτο, που παρέχει πολλές θετικές πτυχές της ανάπτυξης των εφήβων.»
Η οξυμένη ευαισθησία στις ανταμοιβές, για παράδειγμα, η οποία εν μέρει άγεται από την δραστηριότητα ενός μέρους του εγκεφάλου που λέγεται κοιλιακό ραβδωτό στρώμα, έχει συνδεθεί με συμπεριφορές όπως η χρήση ουσιών και η σεξουαλική δραστηριότητα χωρίς προφυλάξεις ανάμεσα στα άτομα που βρίσκονται στην εφηβεία. Όμως, η έρευνα πλέον δείχνει ότι με διαφορετικές ρυθμίσεις, το ίδιο νευρικό κύκλωμα μπορεί να παρέχει θετική επιρροή ανάμεσα σε συνομήλικα άτομα και θετικές συμπεριφορές, λέει η Telzer, όπως η χρήση ζώνης ασφαλείας ή η συμμετοχή σε μια ειρηνική διαμαρτυρία.
Όσο ωριμάζει το πεδίο της αναπτυξιακής νευροεπιστήμης, τόσο ωριμάζουν και οι ερωτήσεις που θέτουν οι ερευνήτριες/-ες. Όλο και περισσότερο, οι έρευνες λαμβάνουν υπόψη και την επιρροή που ασκούν οι γονείς, εκτός από αυτή που ασκούν τα ομήλικα άτομα. Οι ερευνήτριες/-ες εξετάζουν και το πώς επιδρούν τα social media, καθώς υπάρχουν ανησυχίες για την αύξηση της διαδικτυακής δραστηριότητας στον εφηβικό πληθυσμό. Έτσι, η έρευνα για τον εφηβικό εγκέφαλο αρχίζει επιτέλους να συμβαδίζει με τις μελέτες άλλων ηλικιακών ομάδων, στο επίπεδο λεπτομέρειας που της αξίζει.
«Η μετατόπιση από το παιδικό στο ενήλικο στάδιο δεν είναι γραμμική. Η περίοδος της εφηβείας είναι ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο συμβαίνουν οι πιο δυναμικές αλλαγές στον εγκέφαλο», λέει η BJ Casey, PhD, καθηγήτρια ψυχολογίας και επικεφαλής του Εργαστηρίου Βασικών Αρχών του Εφηβικού Εγκεφάλου του πανεπιστημίου Yale. «Πολλές φορές, έχουμε εφαρμόσει ένα ενήλικο μοντέλο σε έναν αναπτυσσόμενο εγκέφαλο, όμως πλέον, έχουμε ξεκινήσει να έχουμε πιο διακριτά αποτελέσματα».
Εφαρμόζοντας νέες προσεγγίσεις
Η εφηβεία – που ξεκινά από την περίοδο της ήβης και διαρκεί μέχρι περίπου τα 25 – περιγράφει τη μεταβατική περίοδο από την παιδική ηλικία στην ενήλικη κατάσταση, σύμφωνα με τις Εθνικές Ακαδημίες Επιστημών, Μηχανικής και Ιατρικής. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο εγκέφαλος αναπτύσσεται και αλλάζει με πολλούς τρόπους. Η φαιά ουσία στον εγκεφαλικό φλοιό τείνει να αραιώνει, ενώ η λευκή ουσία που συνδέει διάφορες περιοχές του εγκεφάλου, γενικά, αυξάνεται σε ποσότητα. Οι λειτουργικές συνδέσεις μεταξύ των περιοχών, οι οποίες μετρούνται με σπινθιρογραφήματα εγκεφάλου προκειμένου να παρατηρηθεί η χρήση οξυγόνου από το αίμα, υφίστανται επίσης εκτεταμένες αλλαγές κατά την εφηβεία.
Όμως, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο σύνθετα. Η πρόσφατη επανάληψη προσπαθειών δείχνει ότι κάποια ευρήματα που θεωρούνταν θεμελιώδη στο πεδίο, δεν ευσταθούν σε μεγαλύτερα δείγματα. Για παράδειγμα, παλιότερη έρευνα έδειχνε ότι ο όγκος του εγκεφάλου των κοριτσιών φτάνει στο μέγιστο νωρίτερα (Lenroot, R. K., & Giedd, J. N., Brain and Cognition, Vol. 72, No. 1, 2010), όμως πρόσφατες έρευνες που συμπεριλαμβάνουν μεγαλύτερα και διεθνώς ευρύτερα δείγματα, έχουν δείξει ότι δεν είναι τόσο απλό. Αντ’ αυτού, οι εγκέφαλοι των αγοριών τείνουν να αλλάζουν με παρόμοιους ρυθμούς ανεξάρτητα από άλλους δείκτες μέτρησης του εγκεφάλου, ενώ οι αλλαγές στον εγκέφαλο των κοριτσιών μπορούν να προβλεφθούν βάσει συγκεκριμένων μετρήσεων, όπως είναι το πάχος του φλοιού (Mills, K. L., et al., NeuroImage, Vol. 242, 2021).
«Αυτά τα ευρήματα συμβολίζουν μια μεγαλύτερη μετατόπιση στο πεδίο, όπως το πώς προσεγγίζουμε την επιστήμη μας, ποιες τεχνικές χρησιμοποιούμε και ποιες πληροφορίες θεωρούμε πολύτιμες», λέει Jennifer Pfeifer, PhD, καθηγήτρια ψυχολογίας και επικεφαλής του Εργαστηρίου Αναπτυξιακής Κοινωνικής Νευροεπιστήμης, του πανεπιστημίου του Όρεγκον. «Είναι ξεκάθαρο ότι αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις αναπτυξιακές διαδικασίες ανάμεσα στα άτομα, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε κάποιες διαφορετικές μεθόδους».
Η πιο προηγμένη μεθοδολογία αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι αυτής της μετατόπισης, πρόσθεσε. Αντί να συγκρίνουμε μόνο την εγκεφαλική δομή ή δραστηριότητα ανάμεσα σε δύο ηλικιακές ομάδες (12 και 18 ετών, για παράδειγμα), οι έρευνες όλο και περισσότερο βασίζονται σε μια ποικιλία πειραματικών προσεγγίσεων, οι οποίες παρακολουθούν τα ίδια νεαρά άτομα στη διάρκεια του χρόνου.
«Πολλοί άνθρωποι μπορεί να μην έχουν συνειδητοποιήσει ότι οι πρώτες μας γνώσεις για την ανάπτυξη του εφηβικού εγκεφάλου ήταν βασισμένες σε διατομεακές προσεγγίσεις, οι οποίες πολλές φορές μπορεί να οδηγήσουν σε λάθος συμπεράσματα», λέει η Pfeifer, η οποία είναι συνεπικεφαλής του Εθνικού Επιστημονικού Συμβουλίου για την Εφηβεία.
Σήμερα, στις έρευνες χρησιμοποιούνται άλλες τεχνικές, όπως ο επιταχυνόμενος διαχρονικός σχεδιασμός, κατά τον οποίο η δειγματοληψία των ατόμων που συμμετέχουν γίνεται μερικές φορές από ένα εύρος ηλικιών (ξεκινά από τις ηλικίες 12 με 15, για παράδειγμα, και μετά ετησίως για τρία χρόνια), κάτι το οποίο μπορεί να εμπλουτίσει πιο ολοκληρωμένα την εικόνα της νευροανάπτυξης.
Μεγάλες συνεργατικές κοινοπραξίες, πιο συγκεκριμένα η Μελέτη για τη Νοητική Ανάπτυξη του Εγκεφάλου – μια προσπάθεια βάθους δεκαετίας η οποία ακολουθεί ένα εθνικό αντιπροσωπευτικό δείγμα 12.000 εφήβων – προσφέρουν και αυτές πληρέστερα δεδομένα τα οποία μπορούν να τροφοδοτήσουν πιο ενδελεχείς έρευνες γύρω από την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Η Μελέτη για τη Νοητική Ανάπτυξη του Εγκεφάλου προσφέρει τα ευρήματα από μετρήσεις της νευρολογικής ανάπτυξης του εγκεφάλου, κλινικές δοκιμές σχετικά με την ψυχική και σωματική υγεία, και συμπεριφορικά δεδομένα γύρω από τη χρήση ουσιών, ακαδημαϊκά επιτεύγματα και πολλά άλλα στοιχεία, στις ερευνήτριες και τους ερευνητές σε όλο τον κόσμο. Από τα περίπου 250 ακαδημαϊκά άρθρα που έχουν δημοσιευτεί κάνοντας χρήση των δεδομένων της Μελέτης, τα μισά προέρχονται από ερευνήτριες και ερευνητές που είναι εκτός κοινοπραξίας. Μια από τις πρώτες διαπιστώσεις της μελέτης είναι ότι απαιτούνται πολύ μεγάλα δείγματα -με χιλιάδες μεμονωμένα εγκεφαλικά σπινθιρογραφήματα- για την ανίχνευση επαληθεύσιμων διαφορών μεταξύ των ατόμων σε επίπεδο ολόκληρου του εγκεφάλου (Marek, S., et al., Nature, Vol. 603, 2022).
«Από την άλλη μεριά, υπάρχει ακόμα η ανάγκη για καινοτόμες μελέτες μικρής κλίμακας», λέει η Eveline Crone, PhD, καθηγήτρια νευρονοητικής αναπτυξιακής ψυχολογίας και επικεφαλής του Εργαστηρίου Σύνδεσης Κοινωνίας, Νεολαίας και Νευροεπιστήμης στο πανεπιστήμιο Erasmus του Ρότερνταμ, στην Ολλανδία. «Αν συμμετείχαμε μόνο στις μεγάλες κοινοπραξίες θα χάναμε πολλές καινοτομίες, όσον αφορά τις μεθόδους και τα ερευνητικά μας ερωτήματα».
Μερικά ερωτήματα – για παράδειγμα, πώς αντιδρά ο εφηβικός εγκέφαλος, κατά μέσο όρο, όταν το άτομο βγάζει χρήματα για τον εαυτό του, για ένα μέλος της οικογένειάς του, για ένα ξένο άτομο – μπορούν να εξεταστούν αποτελεσματικά σε πολύ μικρότερα δείγματα, υπογραμμίζοντας τη σπουδαιότητα μιας ισορροπίας ανάμεσα σε προσπάθειες μικρής και μεγάλης κλίμακας (Developmental Cognitive Neuroscience, Vol. 51, 2021). (Η Crone και η ομάδα ομοτίμων της που διεξάγουν αυτή την έρευνα, έχουν βρει ότι οι εγκέφαλοι των εφήβων εμφανίζουν δραστηριότητα στον επικλινή πυρήνα, τμήμα του εγκεφαλικού συστήματος ανταμοιβής, όταν τα άτομα επιτυγχάνουν κέρδη για τους εαυτούς τους ή για τους γονείς τους, αλλά όχι για ξένα άτομα. Αυτά τα ευρήματα παραπέμπουν στην ανάπτυξη της αντίληψης της ομαδικότητας και της μη ομαδικότητας). Όπως και άλλες περιπτώσεις ερευνών στο πεδίο, η Crone αξιοποιεί την προσέγγιση της μεικτής μεθόδου, συνδυάζοντας την εικόνα του εγκεφάλου με τη συμπεριφορική μελέτη, πάνελ με τη συμμετοχή νέων ατόμων και έρευνες μεγάλης κλίμακας, ώστε να πλαισιώσει νοηματικά την ανάπτυξη παράλληλα με τη συμπεριφορά, τις σχέσεις και την κοινωνία.
Ακόμα μια μεγάλη πρόοδος είναι η δημιουργία και η χρήση «οικολογικά έγκυρων» πειραματικών διαδικασιών ή αυτών που μιμούνται με περισσότερη ακρίβεια τις εμπειρίες των εφήβων έξω από το περιβάλλον της μελέτης.
«Αν θέλουμε πραγματικά να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί ο εφηβικός εγκέφαλος, πρέπει να τον ερεθίσουμε με πράγματα για τα οποία ενδιαφέρονται πραγματικά, τα άτομα στην εφηβεία, όπως είναι τα social media και τα video games», λέει η Jennifer Silk, PhD, καθηγήτρια ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Pittsburgh, επικεφαλής του Εργαστηρίου Οικογενειών, Συναισθημάτων, Νευροεπιστήμης και Ανάπτυξης.
Η Silk και η ομάδα της έχουν αναπτύξει μια τέτοια δραστηριότητα, την οποία ονομάζουν Chatroom Interact Task, και μέσω την οποίας επιτυγχάνεται η προσομοίωση της αποδοχής και της απόρριψης από συνομήλικα άτομα. Τα κορίτσια τα οποία συμμετέχουν στη δράση είναι είτε «αποδεκτά» είτε «μη αποδεκτά» από άλλα συνομήλικά τους κορίτσια, ενώ βρίσκονται υπό λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), η οποία χαρτογραφεί τη δραστηριότητα του εγκεφάλου μέσω της μέτρησης των αλλαγών στη ροή του αίματος και στα επίπεδα του οξυγόνου. Άλλες δράσεις παρακολουθούν τις έφηβες και τους έφηβους όσο χρησιμοποιούν πλατφόρμες, όπως το Facebook και το Instagram, συμπεριλαμβανομένης και της αντίδρασης των εγκεφάλων τους στα «like».
Η ερευνητική κοινότητα του πεδίου συλλέγει ακόμη και δεδομένα που μπορεί να επαναπροσδιορίσουν την έννοια της «εφηβείας», με στόχο το σύστημα δικαιοσύνης ανηλίκων.
«Επεκτείνουμε τα ηλικιακά όρια που εξετάζουμε, επειδή ο τομέας αναγνωρίζει ότι οι σημαντικές νευρογνωστικές αλλαγές συνεχίζονται και στα 20», δήλωσε η Casey. «Αυτές οι αλλαγές έχουν αντίκτυπο στη λήψη αποφάσεων» και η έρευνα σε αυτόν τον τομέα μπορεί τελικά να συμβάλλει σε πιο επιστημονικά τεκμηριωμένες προσεγγίσεις όσον αφορά την ανταμοιβή, την τιμωρία, τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης και άλλους τομείς».
Βελτιστοποιώντας την ψυχική υγεία
Τα έφηβα άτομα είναι γνωστά για την υψηλή συναισθηματική ευαισθησία, κυρίως κατά τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Οι ερευνήτριες/-ες έχουν ξεκινήσει να εντοπίζουν το εγκεφαλικό κύκλωμα που συνδέεται με αυτή την ευαισθησία και να ξεχωρίζουν τις περιπτώσεις που αποτελούν για τις έφηβες και τους εφήβους κάποιου είδους πλεονέκτημα προς την κατάκτηση της συναισθηματικής ωριμότητάς τους και αυτές που αποτελούν παράγοντα κινδύνου και πρόβλεψη προβλημάτων ψυχικής υγείας (Casey, B. J., et al., Neuroscience Letters, Vol. 693, 2019).
Έρευνες των Silk, Telzer, Casey και άλλων, έχουν αναγνωρίσει αρκετές περιοχές του εγκεφάλου οι οποίες αποτελούν τη βάση των συναισθηματικών αντιδράσεων στους εφηβικούς εγκεφάλους, όπως είναι ο υπογενής εμπρόσθιος προσαγώγιος φλοιός, η πρόσθια νησίδα και η αμυγδαλή. Για παράδειγμα, τα έφηβα άτομα που είχαν μεγαλύτερη δραστηριότητα σε αυτές τις περιοχές, κατά τη φάση απόρριψης, στο πλαίσιο της Chatroom Interact Task της Silk, συγκριτικά με τη φάση της αποδοχής, έχουν περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν κατάθλιψη ή αυτοκτονικότητα, στο μέλλον (Journal of Clinical Child & Adolescent Psychology, online first publication, 2022; Child Psychiatry & Human Development, Vol. 51, 2020). «Φαίνεται να υπάρχει κάποια ευαισθησία στην απόρριψη σε αυτό το εγκεφαλικό δίκτυο, η οποία συνδέεται με την ανάπτυξη εσωτερικευμένων διαταραχών», λέει η Silk.
Επειδή οι προκλήσεις ψυχικής υγείας αυξάνονται απότομα κατά την εφηβεία – εκτιμάται ότι επηρεάζουν 1 στα 4 έφηβα άτομα – υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη να ορίσουμε ποια άτομα βρίσκονται σε κίνδυνο και ποιες θεραπείες είναι πιο αποτελεσματικές (Silva, S. A., et al., PLOS ONE, Vol. 15, No. 4, 2020).
Στα ζωικά μοντέλα, οι στρεσογόνες εμπειρίες κατά την εφηβεία φαιίνεται να αλλάζουν την ανάπτυξη των περιοχών εστίασης του συναισθήματος, όπως είναι η αμυγδαλή, ο ιππόκαμπος και ο προμετωπιαίος φλοιός (Eiland, L., & Romeo, R. D., Neuroscience, Vol. 249, 2013).
Τα πρώτα ευρήματα της Μελέτης για τη Νοητική Ανάπτυξη του Εγκεφάλου έδειξαν διαφορετικά μοτίβα ενεργοποίησης της αμυγδαλής, του πρόσθιου φλοιού του προσαγωγίου και άλλων περιοχών του εγκεφάλου που συνδέονται με την ανταμοιβή, ανάμεσα σε άτομα που βρίσκονται στην προεφηβεία και εκφράζουν ταραχώδεις συμπεριφορές, όπως και εγκεφαλικές διαφορές στις οποίες μπορεί να βασίζονται διαταραχές ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (Δ.Ε.Π.Υ)(Hawes, S. W., et al., The American Journal of Psychiatry, Vol. 178, No. 4, 2021; Bernanke, J., et al., The Lancet Psychiatry, Vol. 9, No. 3, 2022).
Αντί να αναζητούν κάποιο φάρμακο ή μηχανισμό συνολικής αντιμετώπισης της κατάθλιψης, του άγχους ή της Δ.Ε.Π.Υ., οι ερευνητικές ομάδες, όλο και περισσότερο μελετούν συγκεκριμένα συμπτώματα – όπως η ανηδονία ή η απροσεξία, για παράδειγμα – όπως και υπότυπους διάφορων διαταραχών και ψάχνουν λύσεις για κάθε μία.
Πλέον εξετάζουμε συγκεκριμένες συμπεριφορές, για τις οποίες μπορούμε να αναγνωρίσουμε κάποιο νευρικό δίκτυο, μηχανισμούς και μερικές φορές ακόμα και γονίδια», λέει ο Pradeep Bhide, PhD, καθηγητής αναπτυξιακής νευροεπιστήμης και επικεφαλής του Κέντρου Αποκατάστασης Εγκεφάλου, του State University College of Medicine, στη Florida. «Πρόκειται για μια καινούργια, καλύτερη και πιθανόν πιο επιτυχημένη θεραπευτική προσέγγιση σε σύνθετες ανθρώπινες ψυχιατρικές και αναπτυξιακές διαταραχές».
Για παράδειγμα, τα άτομα στην εφηβεία τείνουν να λαμβάνουν λιγότερα οφέλη από την προσπάθεια εξάλλειψης του φόβου, σε σχέση με τα ενήλικα άτομα (Pattwell, S. S., et al., PNAS, Vol. 109, No. 40, 2012). Σύμφωνα με την Casey, αυτό συνιστά ότι τα άτομα αυτά δεν ανταποκρίνονται ιδιαιτέρως αποτελεσματικά στη θεραπεία έκθεσης, ένα σημαντικό συστατικό της γνωστικής συμπεριφορικής θεραπείας (CBT) για το άγχος, η οποία επιστρατεύει τον προμετωπιαίο φλοιό να επαναπρογραμματίσει τις αναμνήσεις φόβου. Γι’ αυτό, είναι πιθανή η βελτιστοποίηση της γνωστικής συμπεριφορικής θεραπείας, ώστε να λειτουργεί καλύτερα για τα άτομα στην εφηβεία, μέσω της χρήσης στρατηγικών που παρακάμπτουν τον προμετωπιαίο φλοιό Επομένως, μπορεί να είναι δυνατή η βελτιστοποίηση της CBT ώστε να λειτουργήσει καλύτερα για τους εφήβους, χρησιμοποιώντας στρατηγικές που παρακάμπτουν τον προμετωπιαίο φλοιό, και αντ’ αυτού να εργάζονται για την αλλαγή των αναμνήσεων χρησιμοποιώντας άλλα κυκλώματα, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών που επικεντρώνονται στο συναίσθημα και τη μνήμη, όπως ο ιππόκαμπος και η αμυγδαλή (Scientific Reports, Vol. 5, No. 8863, 2015; Nature Communications, Vol. 7, No. 11475, 2016). Αυτή η διαδικασία είναι γνωστή και ως «ανασυγκρότηση μνήμης».
«Επομένως, φαίνεται να υπάρχουν αναπτυξιακά παράθυρα μέσα από τα οποία μπορούμε να βελτιστοποιήσουμε θεραπείες με συγκεκριμένους τρόπους», λέει η Casey.
Γονείς και ομήλικα άτομα
Όταν η συζήτηση αφορά τις σχέσεις μεταξύ ομηλίκων, τόσο η επιστημονική κοινότητα όσο και μεγάλο μέρος της κοινωνίας, για πολύ καιρό, πιστεύουν ισχυρά ότι η περίοδος της εφηβείας απομακρύνει τα παιδιά από τους γονείς τους και τα σπρώχνει προς τα ομήλικά τους άτομα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για καταστάσεις υψηλού κινδύνου.
Νέα δεδομένα αμφισβητούν αυτή την αντίληψη, η οποία ήταν διάχυτη αλλά δύσκολη να εξεταστεί άμεσα, λέει η Pfeifer (Nelson, E. E., et al., Psychological Medicine, Vol. 35, No. 2, 2005). Τα πρώτα δεδομένα της μελέτης Project NeuroTeen, μιας διαχρονικής μελέτης της Telzer διάρκειας πέντε ετών σχετικά με το πώς επιδρούν οι γονείς και τα ομήλικα άτομα στη λήψη αποφάσεων και στην ανάπτυξη κατά την περίοδο της εφηβείας, δείχνουν ότι η συμπεριφορά των εφήβων τείνει να ευθυγραμμίζεται περισσότερο με επικίνδυνες επιλογές των γονέων παρά με επικίνδυνες επιλογές ομήλικων ατόμων. Αυτή η τάση υποστηρίζεται από αυξημένη ενεργοποίηση περιοχών του εγκεφάλου που συνδέονται με την ανταμοιβή, όπως είναι το κοιλιακό ραβδωτό στρώμα και ο μεσοκοιλιακός προμετωπιαίος φλοιός (Journal of Research on Adolescence, Vol. 31, No. 1, 2021).
Η Silk, η Amanda Morris, PhD, του κρατικού πανεπιστημίου της Οκλαχόμα, μαζί με την ομάδα ομοτίμων τους, έχουν ξεκινήσει να καταγράφουν τον συγχρονισμό εφήβων και των γονέων τους σε πραγματικό χρόνο, κάνοντας χρήση μιας σύγχρονης τεχνικής μέτρησης του τρόπου με τον οποίο αντιδρά ο ένας εγκέφαλος στον άλλον κατά τη διάρκεια μιας αλληλεπίδρασης. Έχουν βρει ότι η δραστηριότητα του εφηβικού εγκεφάλου τείνει να αντικατοπτρίζει τη δραστηριότητα του εγκεφάλου του γονέα, ειδικά στις περιοχές επεξεργασίας συναισθημάτων, όπως είναι η αμυγδαλή και η πρόσθια νησίδα (Child Development, Vol. 92, No. 6, 2021).
«Νομίζω ότι πολλοί γονείς πιστεύουν ότι είναι πολύ αργά, σε ό,τι αφορά την επίδραση που έχουν στα έφηβα παιδιά τους τα ομήλικά τους άτομα», λέει η Silk. «Όμως, αυτή η έρευνα δείχνει ότι οι γονείς δεν πρέπει να τα παρατούν και ότι διατηρούν ακόμα τη δύναμη να βοηθήσουν τα παιδιά τους πώς να επεξεργάζονται και να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους».
Επιπλέον, το Εργαστήριο της Pfeifer πρόσφατα εξερεύνησε τον ισχυρισμό ότι οι αλλαγές στον εγκέφαλο, κατά την περίοδο της εφηβείας, κάνει τις έφηβες και τους εφήβους πιο ευαίσθητες/-ους σε πληροφορίες κοινωνικού χαρακτήρα οι οποίες συνδέονται με την αποδοχή από ομήλικα άτομα, αλλά τα ευρήματά τους δεν υποστηρίζουν ξεκάθαρα αυτή την ιδέα. Αντ’ αυτού, βρήκαν ότι η δραστηριότητα σε περιοχές όπως ο μεσοκοιλιακός προμετωπιαίος φλοιός – περιοχή του εγκεφάλου η οποία συνδέεται με την αξιολόγηση του εαυτού – τείνει να φτάνει στο μέγιστο κατά τη διάρκεια της μέσης εφηβείας, ειδικά για πληροφορίες που συνδέονται με τη φήμη του ατόμου (Cosme, D., et al., Developmental Cognitive Neuroscience, Vol. 54, 2022). Αυτά τα ευρήματα μπορεί να υποδεικνύουν ότι «η ταυτότητα αποτελεί μια σημαντική αξία για τις έφηβες και τους εφήβους και μπορεί να είναι πλεονέκτημα ως προς την προώθηση λήψης υγιών αποφάσεων», λέει η Pfeifer (Child Development Perspectives, Vol. 12, No. 3, 2018).
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ ομηλίκων εξακολουθούν να είναι σημαντικές, βεβαίως, και συμβαίνουν όλο και περισσότερο διαδικτυακά. Οι γονείς, η ερευνητική κοινότητα και οι φορείς χάραξης πολιτικών έχουν πολλές αναπάντητες ερωτήσεις σχετικά με το πώς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media) μπορεί να επιδρούν σε έναν αναπτυσσόμενο εγκέφαλο. Για παράδειγμα, μπορούν ορισμένα νευρικά προφίλ εφήβων, όπως η τάση της σύγκρισης της εμφάνισης και της κοινωνικής κατάστασης με αυτές των άλλων ατόμων, να προβλέψουν ιδιαίτερα επικίνδυνες διαδικτυακές συμπεριφορές;
Η Silk και η Cecile Ladouceur, PhD, του πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ, έχουν ξεκινήσει μια νέα έρευνα προκειμένου να εμπλουτίσουν τις αποχρώσεις αυτής της συζήτησης. Συλλέγουν πληροφορίες για τη χρήση των social media από τα κινητά των εφήβων, μαζί με δεδομένα από τη λειτουργική μαγνητική τομογραφία των νευρολογικών αντιδράσεων στην αποδοχή και στην απόρριψη, για παράδειγμα κατά τη συμμετοχή στη δράση Chatroom Interact Task. Η Telzer, ακόμα, έχει ξεκινήσει μια καινούργια προσπάθεια, με τον Mitch Prinstein, PhD, επικεφαλής επιστημονικό υπέθυνο της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (American Psychological Association, APA), προκειμένου να μελετήσουν αν η ανάπτυξη περιοχών του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για την ανταμοιβή, το συναίσθημα και τον γνωστικό έλεγχο σχετίζεται με το πόσο συχνά οι έφηβες και οι έφηβοι, επισκέπτονται τις εφαρμογές τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Αναμφίβολα υπάρχει σύνδεση μεταξύ των κοινωνικών εμπειριών των εφήβων στο διαδίκτυο και του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλός τους ανταποκρίνεται στο περιβάλλον, αλλά είναι κάτι που προσπαθούμε σιγά-σιγά να ξεδιαλύνουμε», λέει η Tezler.
Αμφισβητώντας τις υποθέσεις για τα έφηβα άτομα
«Η πλαστικότητα του εφηβικού εγκεφάλου μπορεί να τον καθιστά ευάλωτο κατά καιρούς, αλλά ο εφηβικός εγκέφαλος είναι επίσης εξαιρετικά ικανός να αναπτυχθεί αλτρουϊστικά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες», λέει η Pfeifer. Η βιολογική ανάγκη των εφήβων για κοινωνική σύνδεση, σε συνδυασμό με την αυξημένη ευαισθησία τους στις ανταμοιβές, πιθανόν να κρύβεται πίσω από την ακτιβιστική δράση των εφήβων, για παράδειγμα για την κλιματική αλλαγή, τη φυλετική δικαιοσύνη και τον έλεγχο της οπλοκατοχής.
Η έρευνα της Crone και άλλων, δείχνει ότι το ραβδωτό κοιλιακό στρώμα συνδέεται με την αλτρουϊστική συμπεριφορά, ανταποκρίνεται στις ανταμοιβές και του εαυτού άλλα και των άλλων (Nature Communications, Vol. 12, No. 313, 2021). Μεταξύ των εφήβων που εκτίουν την ποινή τους σε κέντρα κράτησης νέων, τόσο η ικανότητα να εισπράττουν με φυσικότητα την οπτική των άλλων όσο και η δραστηριότητα στην κροταφοπαρεγκεφαλιδική σύνδεση -μια σχετική περιοχή του εγκεφάλου- διέφεραν σημαντικά από αυτές μιας πειραματικής ομάδας. Στην κροταφοπαρεγκεφαλιδική σύνδεση επιδρούν πιο έντονα περιβαλλοντικά ερεθίσματα απ ό,τι σε άλλες περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με την κοινωνικότητα, σύμφωνα με μελέτες της Crone σε πληθυσμούς διδύμων. Αυτό υποδηλώνει ότι οι παρεμβάσεις στη βάση της λήψης διαφορετικών οπτικών, οι οποίες στοχεύουν σε αυτή την περιοχή, μπορεί να είναι χρήσιμες για τους εφήβους που αντιμετωπίζουν τη δικαιοσύνη (Social Cognitive and Affective Neuroscience, Vol. 9, No. 12, 2014).
Βάσει της συνεχιζόμενης έρευνας της Casey και άλλων σχετικά με την πορεία της ανάπτυξης των περιοχών που σχετίζονται με τον γνωστικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένου του προμετωπιαίου φλοιού, η APA έχει συστήσει μια ειδική ομάδα εργασίας για να εξετάσει τα νέα αυτά ευρήματα που μπορούν να δώσουν πληροφορίες για την επέκταση της απόφασης Roper v. Simmons, απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που κατήργησε τη χρήση της θανατικής ποινής για άτομα κάτω των 18 ετών, ώστε να αφορά και άτομα που είναι λίγο μεγαλύτερα από 20 ετών.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, η ερευνητική κοινότητα του πεδίου υπογραμμίζει τη σημασία της διαρκούς αμφισβήτησης των κυρίαρχων παραδοχών για την εφηβεία – που αφορούν την έκφραση συμπεριφορών υψηλού ρίσκου, τη συναισθηματικότητα και πολλά άλλα – ώστε να διασφαλιστεί ότι η επιστήμη παραμένει αξιόπιστη και μπορεί τελικά να υποστηρίξει παρεμβάσεις για την υγιή ανάπτυξη.
«Δεν πρόκειται να αλλάξουμε τον εφηβικό εγκέφαλο, ούτε θα έπρεπε να είναι αυτός ο στόχος μας», δήλωσε η Telzer. «Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να βελτιώσουμε τις γνώσεις μας, ώστε να δημιουργήσουμε κοινωνικά πλαίσια και περιβάλλοντα τα οποία να προσφέρουν πιο εμπλουτισμένες εμπειρίες».
Πρόσθετες πηγές
Why young brains are especially vulnerable to social media
Abrams, Z., APA, 2022
A deep dive into adolescent development
Weir, K., Monitor on Psychology, June 2019
Justice for teens
Stringer, H., Monitor on Psychology, October 2017
Teens aren’t just risk machines—there’s a method to their madness
Flannery, J., et al., The Conversation, February 6, 2018

