Αναγνώσεις της πορνογραφίας στην εκπαίδευση για τη σεξουαλικότητα


Κείμενο: Μαρία Πατεράκη


Το 2000, η διαφήμιση της Yves Saint Laurent για το άρωμα Opium, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στη Μεγάλη Βρετανία. Η αφίσα της καμπάνιας παρουσίαζε το γνωστό μοντέλο της εποχής Sophie Dahl, εντελώς γυμνό, μόνο με ψηλοτάκουνα και κάποια κοσμήματα, με στάση σώματος και έκφραση προσώπου να παραπέμπει σε σεξουαλική έκσταση. Η Βρετανική Αρχή Διαφημιστικών Προτύπων δέχθηκε 700 επιστολές διαμαρτυρίας από πολίτες, οι δημόσιες διαμάχες επιχειρημάτων ήταν έντονες και τελικά, η Αρχή αποφάσισε να απαγορεύσει την έκθεση της εικόνας σε δημόσιους χώρους.

Στο επεισόδιο «Porn and the city» της σειράς INFOWAR – Ιστορίες από το Gotham City, του Άρη Χατζηστεφάνου, μαθαίνουμε ότι κατά την περίοδο της πανδημίας μια πολύ δημοφιλής ψηφιακή πλατφόρμα φιλοξενίας πορνογραφικού υλικού, ενσωματώνει μια λειτουργία η οποία επιτρέπει στα άτομα που την επισκέπτονται να κάνουν μια ψηφιακή βόλτα σε πασίγνωστα μουσεία παγκοσμίως, προκειμένου να μάθουν για γνωστά γυμνά έργα τέχνης. Τον ρόλο της «ξεναγού» αναλαμβάνει μια πολύ γνωστή sex performer του παρελθόντος. Όταν έγινε γνωστό, η πλατφόρμα δέχτηκε προτροπές από τα μουσεία να αποσύρει αυτή τη λειτουργία, ώστε να μην κινηθούν νομικά εναντίον της, και τελικά η λειτουργία αποσύρθηκε.

Αν και τα δύο αυτά γεγονότα φαίνεται να είναι διαφορετικά μεταξύ τους, ένα βασικό κοινό τους σημείο είναι οι αναγνώσεις των αναπαραστάσεων των γυμνών σωμάτων και η σύνδεσή τους με αυτό που ονομάζουμε «πορνογραφία». Πότε οι αναπαραστάσεις του σώματος ταξινομούνται ως πορνογραφία και πότε ως υψηλή τέχνη; Τι μπορεί να μας πει αυτό για τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε το ζήτημα της κατανάλωσης της πορνογραφίας με τους νέους ανθρώπους, στο σπίτι ή στο σχολείο;

Για να φτάσουμε εκεί χρειάζεται να το φιλοσοφήσουμε λίγο. Θα βασιστώ στο επιστημονικό άρθρο της Feona Attwood «Pornography and objectification: Re-reading “the picture that divided Britain”» (2004) το οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στις αναγνώσεις που έγιναν στην αφίσα της διαφημιστικής καμπάνιας του αρώματος Opium, οι οποίες ήταν και αυτές που τροφοδότησαν τη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από το τι αντιπροσωπεύει η συγκεκριμένη εικόνα.

Τι είναι πορνογραφία;

Για την Attwood, ο όρος «πορνογραφία» είναι δύσκολο να περιοριστεί σε μια φράση του τύπου «αναπαραστάσεις που απεικονίζουν σεξουαλικές πράξεις», επειδή αυτό το οποίο χαρακτηρίζουμε ως πορνογραφία έχει και πολλές αξιολογικές κρίσεις. Ακόμα, αν δεχόμασταν έναν ορισμό όπως αυτόν που βρίσκεται δύο γραμμες παραπάνω, πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τις αντιδράσεις για την αφίσα της διαφημιστικής καμπάνιας του Opium και τις αρνητικές αντιδράσεις των μουσείων; Βεβαίως και συναντάμε ορισμούς του όρου «πορνογραφία» και, γιατί όχι, μπορούμε να φτιάξουμε και δικούς μας, όμως δε μπορούμε να αγνοήσουμε την επιρροή που θα έχει σε αυτό το εγχείρημα, το πολιτισμικό πλαίσιο το οποίο μας περιβάλλει και οι ιδέες που συγκροτούν τα συστήματα σκέψης μας.

Για παράδειγμα, μια κυρίαρχη ανάγνωση του πολιτισμικού προϊόντος που ονομάζουμε πορνογραφία, είναι ότι πρόκειται για μια μορφή σεξουαλικής βίας σε βάρος των γυναικών, ένας τρόπος εκμετάλλευσής τους και αντικειμενοποίησής τους. Πρόκειται για μια κριτική που άσκησε ένα από τα ρεύματα του δεύτερου φεμινιστικού κύματος και, σύμφωνα με την Attwood, έχει καθιερωθεί ως ένας τρόπος κοινής κατανόησης του τι είναι πορνογραφία κυρίως, όμως, μέσα από την επανάληψη αυτής της ιδέας και όχι από την επαλήθευσή της.

Ωστόσο, σήμερα βρισκόμαστε σε ένα άλλο χρονικό σημείο. Από τη μία, βρισκόμαστε σε μια χρονική περίοδο όπου η γυναικεία σεξουαλικότητα είναι σαφώς πιο ορατή σε σχέση με το παρελθόν και ο λόγος γύρω από αυτή αρθρώνεται περισσότερο από τις ίδιες τις γυναίκες. Παράλληλα, η σεξουαλικότητα, η συγκρότηση, η έκφραση και η ρύθμισή της συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τις εξελίξεις της ψηφιακής τεχνολογίας. Πιο συγκεκριμένα, μεγάλο κοινωνικό και ερευνητικό ενδιαφέρον έχει αρχίσει να συγκεντρώνει η συμμετοχή πολλών νέων ανθρώπων στην ψηφιακή πλατφόρμα OnlyFans, όπου έχουν οι ίδιοι τον έλεγχο της δημιουργίας και της διάθεσης περιεχομένου σεξουαλικού χαρακτήρα. Από αυτή την οπτική, είναι η συγκεκριμένη πλατφόρμα ένας ακόμα ιστότοπος πορνογραφικού περιεχομένου; Αν ναι, τότε αυτομάτως θα μπορούσαμε να αξιολογήσουμε όλο το περιεχόμενο που ανεβαίνει από τις/τους δημιουργούς περιεχομένου, ως πορνογραφία; Αν όχι, ποιο περιεχόμενο θα μπορούσαμε να ταξινομήσουμε ως πορνογραφικό και ποιο όχι;

Έτσι, για την Attwood, η πορνογραφία δεν είναι απλά ένα στατικό φαινόμενο, αλλά εμπλέκεται σε μια συνεχόμενη διαπραγμάτευση και σύγκρουση μεταξύ του τι θεωρείται αποδεκτό και του τι θεωρείται ανώμαλο ή προκλητικό. Αυτή η δυναμική πάλη επηρεάζει και διαμορφώνει τους τρόπους με τους οποίους η πορνογραφία ρυθμίζεται και κατανέμεται στην κοινωνία. Ακόμα, σημειώνει τρεις οπτικές που ταξινομούν ως πορνογραφία τις σεξουαλικές αναπαραστάσεις. Η πρώτη οπτική βλέπει ως πορνογραφία τις υπερβατικές σεξουαλικές αναπαραστάσεις. Τις εικόνες εκείνες, δηλαδή, που υπερβαίνουν μια νόρμα. Η δεύτερη, επικεντρώνεται όχι στις ίδιες τις εικόνες, αλλά στις διαδικασίες ρύθμισης των εικόνων αυτών, δηλαδή, στις οριοθετήσεις ή στις αντιθετικές συμπεριφορές. Η τρίτη οπτική είναι αυτή που ταξινομεί τις σεξουαλικές εικόνες σαν έναν τρόπο απεικόνισης των γυναικών ως αντικείμενα.

Οι αναγνώσεις για τη διαφημιστική καμπάνια του Opium

Στη μελέτη αυτής της περίπτωσης, η Attwood διακρίνει τρεις κυρίαρχες αναγνώσεις, οι οποίες αποτέλεσαν και τη βάση της δημόσιας αντιπαράθεσης στη Μεγάλη Βρετανία, την περίοδο κυκλοφορίας της διαφημιστικής καμπάνιας της Yves Saint Laurent. Παρατηρεί, λοιπόν, ότι τα γενικά χαρακτηριστικά της εικόνας έγιναν αντιληπτά ποικιλοτρόπως ως καλλιτεχνικά, ερωτικά και πορνογραφικά. Η εταιρία από τη μεριά της δήλωσε ότι η εικόνα εκπροσωπεί ένα «καλαίσθητο γυμνό που υπακούει στις παραδοσιακές προσταγές της υψηλής τέχνης». Το μοντέλο, η Dahl, είναι συμβατικά όμορφη, νωχελική, λαμπερή, εμφανίσιμη, μεταμορφωμένη και αποτριχωμένη για μέγιστη ορατότητα, μια σειρά από χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται στην αναπαράσταση των γυναικείων σωμάτων στην παράδοση της υψηλής τέχνης καθώς και σε ορισμένες μορφές της mainstream, soft-core πορνογραφίας. Παράλληλα, σύμφωνα με την Attwood, το σώμα της Dahl μπορεί να διαβαστεί ως «πορνοσώμα». Τα απλωμένα πόδια της, τα κλειστά μάτια και το ανοιχτό στόμα αποτελούν χαρακτηριστικά αισθησιακής εικόνας, ενώ το σχετικά χυμώδες σώμα της την τοποθετεί εντός της πορνογραφίας παρά εντός των σύγχρονων κανόνων ομορφιάς, ως σύμβολο σεξουαλικής διάθεσης και υλικότητας του σώματος.

Αυτοί οι τρόποι ανάγνωσης αποκαλύπτουν ότι ο χαρακτηρισμός μιας σεξουαλικής αναπαράστασης ως πορνογραφία, παράγεται μέσα από αισθητικές ιεραρχίες που χρησιμοποιούνται για να διαφοροποιήσουν ένα σώμα που εκπροσωπεί τη λογική, την καθαριότητα και την τάξη από αυτό που εκπροσωπεί την επίμονη υλικότητα, τη σαρκικότητα και την απροκάλυπτη χυδαιότητα. Μια ακόμα ενδιαφέρουσα παρατήρηση που κάνει η Attwood στον δημόσιο λόγο που συγκρότησε τον πορνογραφικό χαρακτήρα της αφίσας, είναι η αναφορά στη δημόσια έκθεσή της. Συγκεκριμένα, διατυπώνει τα εξής: «Ήταν η θέση της εικόνας στο δημόσιο χώρο σε διαφημιστικές πινακίδες (σε αντίθεση με τα γυναικεία περιοδικά) και η συνακόλουθη ευρεία προσβολή, που επέβαλε την παρέμβαση και τον περιορισμό της. Οι ανησυχίες σχετικά με την υπέρβαση των ορίων του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου από τη διαφήμιση και σχετικά με την επακόλουθη επίδρασή της σε ευαίσθητους ή ευεπηρέαστους ανθρώπους, αποκαλύπτει πώς η «πορνογραφία» μπορεί να θεωρηθεί ως κάτι που κατασκευάζεται μέσω της θέσης των κειμένων σε σχέση με συγκεκριμένους χώρους και με συγκεκριμένες αντιλήψεις για τη σεξουαλικότητα«.

Αρκετά με τις φιλοσοφίες. Πάμε στο δια ταύτα;

Έχουν άραγε κάποια χρηστική αξία όλα τα παραπάνω; Κατά τη γνώμη μου έχουν πολλή περισσότερη απ όση φαίνεται και εξηγούμαι. Η προσέγγιση που αναγνωρίζει την κρισιμότητα της συμβολής που έχουν τα ενήλικα άτομα στη στήριξη των νέων ανθρώπων να αναπτύξουν την κριτική τους ικανότητα, αναγνωρίζει ως εξίσου κρίσιμη την προετοιμασία των ενηλίκων.

Αυτά που γνωρίζουμε σήμερα είναι ότι οι νέοι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις σεξουαλικές αναπαραστάσεις προκειμένου να μάθουν για το σεξ και τις σχέσεις οικειότητας, για να εξερευνήσουν το σώμα τους (οι σεξουαλικές αναπαραστάσεις είναι πολύ επιδραστικό ερέθισμα για τον εγκέφαλο και συχνά οδηγεί σε σεξουαλική διέγερση), για να ταιριάξουν με τη δημοφιλή κουλτούρα κ.α. Επίσης, γνωρίζουμε ότι νέοι άνθρωποι της εποχής έχουν πιο εύκολη πρόσβαση από ποτέ σε εικόνες που αναπαριστούν ή υπονοούν σεξουαλικές πράξεις. Ακόμα, είναι και ερευνητικά τεκμηριωμένο αλλά και εμπειρικά διαπιστωμένο ότι η απαγόρευση και η κινδυνολογία δεν φέρνουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, τα οποία υποθέτω ότι είναι η εξάλειψη του ενδιαφέροντος των νέων ανθρώπων για τις απεικονίσεις του σώματος και της σεξουαλικότητας.

Στη βάση αυτών των δεδομένων, έχει μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε πρώτα εμείς το πώς επιδρά η προσωπική μας οπτική, οι κυρίαρχες πολιτισμικές ιδέες για τη σεξουαλικότητα και το φύλο στην αξιολόγηση μιας σεξουαλικής αναπαράστασης ως πορνογραφικής. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε την πορνογραφία ως μια πτυχή της έκφρασης του ανθρώπινου πολιτισμού, η οποία συμπυκνώνει νοήματα γύρω από τα όρια του δημόσιου και του ιδιωτικού, του ηθικού και του ανήθικου, του επιτρεπτού και του ανεπίτρεπτου και πολλές άλλες αντιθετικές ιδέες. Ακόμα, μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε κάτι που ισχύει και για άλλες πτυχές του ανθρώπινου πολιτισμού και οι οποίες δεν είναι απαραίτητα κατακριτέες, όπως συνήθως είναι η πορνογραφία. Αναφέρομαι στην μεταβλητότητα όλων αυτών των νοημάτων που συγκροτούν μια οποιαδήποτε ιδέα. Για παράδειγμα, ο γάμος. Ο γάμος αποτελεί μια πτυχή του ανθρώπινου πολιτισμού, συγκροτείται από μια δέσμη νοημάτων, πολιτισμικά αξιολογείται ως ύψιστη αξία και προσφέρει κοινωνική αναγνώριση στα μέλη μιας κοινωνίας. Ωστόσο, ιστορικά, ο γάμος εκφράζει τεράστια ποικιλία ιδεών και εξυπηρετεί μια ποικιλία λειτουργιών και αναγκών στις κοινωνίες και στα άτομα.

Κατανοώ πλήρως την ανησυχία για το πώς μπορεί να επιδρά η συστηματική έκθεση των νέων ανθρώπων σε ερεθίσματα που χαρακτηρίζουμε ως πορνογραφία, καθώς υπάρχει και πληθώρα ερευνών που έρχεται να υποστηρίξει αυτές τις ανησυχίες. Ωστόσο, αυτό το κείμενο επιδιώκει να ανοίξει μια άλλη συζήτηση μέσα μας. Μια ψύχραιμη συζήτηση γύρω από ένα θέμα που μπορεί να μας ταράζει και να μας ανησυχεί. Κριτική στην πορνογραφία δεν συνεπάγεται απαραίτητα αρνητική κριτική, προτείνει η Feona Attwood και προσωπικά θα συμφωνήσω μαζί της. Κριτική ματιά είναι η πολύπλευρη, η συνεχής επανεξέταση και η αμφισβήτηση της μοναδικότητας της αλήθειας.