Έρευνα – Κείμενο: Μαρία Πατεράκη
Στα σχολεία, μια πολύ συνηθισμένη πρακτική ρύθμισης της αρρενωπότητας είναι η ταπείνωση και η συνεχής άσκηση ψυχολογικής ή και σωματικής βίας προς τα μικρά αγόρια και τους έφηβους άνδρες, των οποίων η αρρενωπότητα κρίνεται ανεπαρκής. Δηλαδή, τα παιδιά που βάλλονται, περνούν από μια άτυπη αξιολόγηση και κρίνονται ως μη επαρκώς αρρενωπά. Αυτό τους το «ελάττωμα» χρειάζεται να επισημανθεί, στην καλύτερη περίπτωση, μέσα από καθημερινές πρακτικές τιμωρίας και ταπείνωσης. Στη χειρότερη, μέσα από ακραία βίαιες συμπεριφορές οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν ακόμα και τον θάνατό τους.
Τι σημαίνει, όμως, να είναι ένας άνδρας «σωστά» αρρενωπός; Ποιο είναι το πρότυπο αρρενωπότητας με το οποίο πρέπει να μοιάζει, ώστε να είναι «σωστός» άνδρας; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται στις ποιότητες που αποδίδει ο ανθρώπινος πολιτισμός στους άνδρες και στις γυναίκες. Η διχοτομία του φύλου σε ανδρικό/γυναικείο, δημιουργεί ταξινομήσεις και ιεραρχίες. Ούτε αυτόματα, ούτε απο μόνη της, βεβαίως. Το φύλο αποτελεί μορφή οργάνωσης της κοινωνίας και ορίζει ποιο άτομο δικαιούται τι, πώς και μέχρι πού. Ιστορικά, οι σωματικές διαφορές των ανδρών και των γυναικών ήταν αυτές που αξιολογούνταν με αντιθετικούς μεταξύ τους όρους. Δηλαδή, δύναμη/αδυναμία, σκληρότητα/ευαισθησία, λογική/παραλογισμός, εξυπνάδα/αφέλεια κ.α. Ό,τι, λοιπόν, είναι οι άνδρες δεν είναι οι γυναίκες και το αντίστροφο. Επομένως, η ιδανική, η ιδεατη αρρενωπότητα είναι μια ιδέα που συγκροτείται από την απόρριψη της θηλυκότητας και από τις ποικιλόμορφες εκφράσεις αποστροφής προς αυτή. Το μικρό αγόρι στο σχολείο, ο έφηβος άνδρας στο Γυμνάσιο ή στο Λύκειο που βάλλεται από καθημερινές προσπάθειες ταπείνωσης στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κοινότητας την αποδοχή της οποίας έχει ανάγκη, αποτελεί μια καθημερινότητα έκφρασης έμφυλης βίας που εξελίσσεται κάτω από τις μύτες μας και συχνά δεν την αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά, κυρίως, επειδή δε μπορούμε να την αναγνωρίσουμε.
Μιλώντας για έμφυλη βία, συνήθως αναφερόμαστε στη συνθήκη όπου οι γυναίκες είναι αυτές που βάλλονται και οι άνδρες είναι αυτοί που την ασκούν. Από τα ερευνητικά δεδομένα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι οι γυναίκες/θηλυκότητες βάλλονται, πράγματι, ασύμμετρα από μορφές βίας οι οποίες εδράζονται στην ιδέα της ιεραρχίας του φύλου και της αντίληψης ότι το «κατώτερο» φύλο πρέπει να εξουσιάζεται, να ελέγχεται και αν δε συμμορφώνεται στις έμφυλες νόρμες, ακόμα και να δολοφονείται. Ωστόσο, η έμφυλη βία δεν αφορά αποκλειστικά την έμφυλη σχέση εξουσίας ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Οι Christian, Safari, Ramazani, Burnham και Glass (2011) αναφέρουν ότι η σεξουαλική βία από άνδρες προς άλλους άνδρες σε συνθήκες πολέμου είναι μια πρακτική έμφυλης βίας η οποία αποκτά όλο και μεγαλύτερη ορατότητα από τα ΜΜΕ και τις σχετικές υπηρεσίες, όμως, η αντιμετώπισή της είναι αξιοσημείωτα ανεπαρκής. Οι Solangon και Patel (2012) αναφέρουν ότι αν και η σεξουαλική κακοποίηση ανδρών από άνδρες σε συνθήκες πολέμου δεν αποτελεί πρακτική βίας που συναντάμε αποκλειστικά στον σύγχρονο κόσμο, ως φαινόμενο δεν λαμβάνει την προσοχή και την αντιμετώπιση που απαιτείται εξαιτίας του κοινωνικού στίγματος και της ντροπής που το περιβάλλει.
Υπάρχουν ποικίλες οπτικές μέσα από τις οποίες αναλύεται η σεξουαλική βία. Η ανάλυσή της μέσα από την οπτική του φύλου ως κοινωνική κατηγορία, αναδεικνύει ότι η σεξουαλική βία συνδέεται με την αντίληψη ότι ένα άτομο δικαιούται να έχει εξουσία πάνω στο σώμα ενός άλλου, επειδή το θεωρεί αδύναμο, ασήμαντο και κατώτερο, σε αντίθεση πάντα με όσα θεωρεί για τον εαυτό του. Επομένως, οι λόγοι για τους οποίους βάλλονται οι γυναίκες από ανδρική σεξουαλική βία δεν διαφέρουν από τους λόγους για τους οποίους βάλλονται οι άνδρες από αυτή.
Στη συνέχεια αυτού του κειμένου παρουσιάζω την ιδέα της ιεραρχίας των αρρενωποτήτων, χρησιμοποιώντας το σχήμα που προτείνει η R.W. Connell. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώ στοιχεία της βιβλιογραφίας για να αναφερθώ σε μορφές έμφυλης βίας που ασκούνται από άνδρες προς άλλους άνδρες σε συνθήκες πολέμου, στη φυλακή και στο σχολικό περιβάλλον.
Αρρενωπότητες και ιεραρχία
Η Αυστραλιανή κοινωνιολόγος και ακαδημαϊκός R.W. Connell προτείνει τον όρο «ηγεμονική αρρενωπότητα» για να ασκήσει κριτική στην υπεραπλουστευμένη πεποίθηση ότι όλοι οι άνδρες βιώνουν την αρρενωπότητα με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από τις πολιτισμικές διαφορές (Anwary, 2015). Κατά την Connell, υπάρχουν διάφορες μορφές αρρενωπότητας, με την ηγεμονική να θεωρείται κοινωνικά ιδεατή μορφή. Η σκληρότητα και η ανταγωνιστικότητα είναι ιδεατές ποιότητες που συγκροτούν την ηγεμονική αρρενωπότητα και οι μορφές αρρενωπότητας που δεν συγκεντρώνουν αυτές τις ποιότητες, περιθωριοποιούνται (Anwary, 2015). Η ηγεμονική αρρενωπότητα δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσα από πρακτικές ωμής βίας, αλλά και μέσα από άλλες θεσμικές πρακτικές του πολιτισμού. Το προφίλ της ηγεμονικής αρρενωπότητας συγκεντρώνει δύναμη (σωματική και μη), κοινωνική αναγνώριση και επιρροή, συγκεντρώνει προνόμια και εξουσίες.
H Connell προτείνει και άλλες μορφές αρρενωπότητας, οι οποίες ιεραρχικά τοποθετούνται κάτω από την ηγεμονική αρρενωπότητα, ακριβώς επειδή συγκντρώνουν χαρακτηριστικά τα οποία λίγο έως πολύ απορρίπτει η ιδέα του ιδεατού ανδρισμού. Τέτοιες μορφές ανδρισμού, κατά την Connell, είναι η «συνένοχη αρρενωπότητα», η «περιθωριοποιημένη αρρενωπότητα» και η «υποτελής αρρενωπότητα».
Η συνένοχη αρρενωπότητα αναφέρεται στους άνδρες οι οποίοι δεν έχουν χαρακτηριστικά ηγεμονικού ανδρισμού οι ίδιοι, όμως αντλούν τα οφέλη της ανδροκρατίας και συντηρούν αυτό το σύστημα. Για παράδειγμα, μπορεί να δηλώνουν υπέρ της έμφυλης ισότητας, όμως να μην αμφισβητούν ευθέως τις ιδέες εκείνες που συντηρούν τις δομικές ανισότητες.
Η περιθωριοποιημένη αρρενωπότητα αναφέρεται στους άνδρες οι οποίοι συγκεντρώνουν πολλαπλά χαρακτηριστικά ευαλωτότητας στο υπάρχον σύστημα έμφυλης ιεραρχίας. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι η φυλή, η κοινωνική τάξη και η αναπηρία. Για παράδειγμα, οι μη λευκοί άνδρες οι οποίοι βιώνουν διακρίσεις εξαιτίας της φυλετικής καταγωγής τους, οι άνδρες οι οποίοι ανήκουν σε χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα και οι άνδρες με αναπηρίες.
Η υποτελής αρρενωπότητα, τοποθετείται από την Connell, στο κατώτερο σημείο αυτής της ιεραρχίας, επειδή, θεωρείται ότι συγκεντρώνει ό,τι απορρίπτει και απεχθάνεται ο ηγεμονικός ανδρισμός. Αυτού του τύπου η αρρενωπότητα δέχεται και τη μεγαλύτερη καταπίεση και περιθωριοποίηση από την ηγεμονική. Για παράδειγμα, οι ομοφυλόφιλοι άνδρες και οι άνδρες που δε συμμορφώνονται με τις κυρίαρχες έμφυλες νόρμες, είναι αυτοί που στοχοποιούνται και βάλλονται πιο συχνά από ποικίλες μορφές βίας. Ακόμα πιο απλά και καθημερινά, είναι το αγοράκι στο σχολείο το οποίο είτε είναι, είτε θεωρείται γκέι από άλλα αγόρια που συγκεντρώνουν στοιχεία ηγεμονικού ανδρισμού και του ασκούν ποικίλες μορφές βίας, όπως λεκτική, ψυχολογική ή και σωματική.
Σε αυτό το σημείο, θα είχε αξία να αναφερθεί ότι η πυραμίδα της έμφυλης ιεραρχίας την οποία προτείνει η Connell, δεν σταματά στην υποτελή αρρενωπότητα. Συνεχίζεται με την ιεράρχηση των θηλυκοτήτων, οι οποίες προφανώς βρίσκονται ακόμα πιο κάτω. Χρησιμοποιεί τους όρους «εμφατική θηλυκότητα» και «υποτελής θηλυκότητα» για να περιγράψει τις μορφές θηλυκότητας που υποστηρίζουν την έμφυλη ιεραρχία και τον ηγεμονικό ανδρισμό και αυτές που τα αμφισβητούν ενεργά.
Η οπτική που προτείνει η Connell μπορεί να φανεί χρήσιμη στο να κατανοήσουμε το πώς κατασκευάζονται, συντηρούνται και βιώνονται οι μορφές ανδρισμού, ανάλογα με το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Αν και φαίνεται πολύ απόλυτος ο τρόπος μέσα από τον οποίο μάς προτείνει να δούμε τις μορφές ανδρισμού, προσπαθεί να σχηματοποιήσει μοτίβα ανδρισμού τα οποία διαχρονικά εκφράζονται με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη χρονική περίοδο και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά μικρότερης και ευρύτερης κλίμακας. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε μορφή ηγεμονικής αρρενωπότητας έναν οποιοδήποτε αιμοσταγή βασιλιά μιας άλλης εποχής, αλλά και έναν φιλοπόλεμο ηγέτη της νεωτερικού δυτικού κόσμου, με κοστούμι, γραβάτα, πτυχία, μεταπτυχιακά και διδακτορικά.
Οι αξίες του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, θεωρητικα, είναι αντίθετες προς τις πρακτικές άμεσης ή έμμεσης βίας που παράγονται μέσα από ιεραρχικά σχήματα. Ωστόσο, οι πολιτικές και οι πρακτικές του, σε μεγάλο βαθμό, κάθε άλλο παρά τις αμφισβητούν. Πάμε, όμως, να δούμε τι έχει να μας πει ένα μέρος της βιβλιογραφίας για την έμφυλη βία ανάμεσα σε άνδρες.
Η «θηλυκοποίηση» των ανδρών σε συνθήκες πολέμου
Οι Solangon και Patel (2012) επισημαίνουν ότι η σεξουαλική βία από άνδρες προς άνδρες και αγόρια σε συνθήκες πολέμου ταξινομείται με τον τίτλο «βασανιστήριο» και δεν αναγνωρίζεται ως φαινόμενο με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, αν και ως φαινόμενο είναι πολύ εκτεταμένο. Πιο συγκεκριμένα, κάνουν λόγο για μορφή βίας που έχει αναφερθεί επίσημα ότι έχει συμβεί σε 25 ένοπλες συγκρούσεις παγκοσμίως. Αυτή η μορφή έμφυλης βίας περιλαμβάνει βιασμό, ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων, εξαναγκαστική στείρωση, ταπείνωση μέσω εξαναγκαστικής γυμνότητας, παρακολούθησης βιασμού των θηλυκών μελών της οικογένειας και εξαναγκαστική διάπραξη βιασμού.
Κατά τους Solangon και Patel (2012), πολλοί στρατιώτες διαπράττουν βιασμούς επειδή έτσι πιστεύουν ότι ανδρώνονται και αποκτούν εξουσία. Σε κάποιους πολιτισμούς οι στρατιώτες που διαπράττουν βιασμούς χαρακτηρίζονται ως θαρραλέοι, ανδρείοι και γενναίοι. Το στρατικοποιημένο πρότυπο αρρενωπότητας συγκροτείται από τα πιο σκληροπυρηνικά πατριαρχικά ιδεώδη και υπό αυτή την οπτική, ο βιασμός των ανδρών από άνδρες τοποθετεί τους βιασμένους στη «γυναικεία θέση», τους «θηλυκοποιεί», τους αφαιρεί τον ανδρισμό, τους ταπεινώνει, τους υποβαθμίζει. Η σεξουαλική βία προς τους άνδρες, μέσα από αυτή την οπτική, έχει στόχο και τη μείωση της κοινωνικής τους αποδοχής και αναγνώρισης ως «προστάτες», αφού τους «κάνει γυναίκες», δηλαδή υποχείριο των άλλων ανδρών (Solangon & Patel, 2012).
Οι Christian, Safari, Ramazani, Burnham και Glass (2011) αναφέρουν ότι οι βιασμοί ανδρών από άλλους άνδρες σε συνθήκες πολέμου, αποτελούν στρατηγική ταπείνωσης και ευνουχισμού και αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο πλέον βλέπουν τους άνδρες-θύματα, οι γυναίκες τους, ο οικογενειακός τους κύκλος και η κοινότητά τους. Ειδικά σε κοινωνίες με έντονο πατριαρχικό χαρακτήρα, η «θηλυκοποίηση» των ανδρών μέσα από αυτή την πρακτική έχει σοβαρό αντίκτυπο στην από κει και πέρα αποδοχή τους.
«Προστάτες σύζυγοι» και «προστατευόμενες σύζυγοι»
Και κατά τη Gear (2007), η σεξουαλική βία ανάμεσα σε άνδρες που βρίσκονται στη φυλακή βασίζεται στις παραδοσιακές αντιλήψεις για το φύλο, την ιεραρχία, την εξουσία και τον έλεγχο. Η Gear βλέπει μια σύνδεση της κοινωνικής αποστροφής για την ομοφυλοφιλία και στον βιασμό των ανδρών από άνδρες, εξαιτίας της αυτονόητης σύνδεσης του φύλου με την ετεροφυλοφιλία. Σε αυτό το σύστημα, η αντιθετικότητα είναι δεδομένη, άρα και οι σεξουαλικοί ρόλοι. Επομένως, σε κάθε συνθήκη σεξουαλικής πράξης πρέπει να υπάρχει ο άνδρας και η γυναίκα. Ο άνδρας που βιάζεται θεωρείται ότι δεν στάθηκε ικανός να το αποφύγει, άρα δεν αναγνωρίζεται ως «αληθινός» άνδρας. Η αφαίρεση της αρρενωπότητας του άνδρα που βιάζεται επιβεβαιώνει τον ανδρισμό του άνδρα που τον βιάζει. Η ιδέα της αποαρρενοποίησης μέσω του βιασμού, αποτελεί τον βασικό λόγο διαιώνισης του κοινωνικού στίγματος και αποτρέπει τους άνδρες από το να μιλήσουν για το βίωμά τους και να αναζητήσουν υποστήριξη.
Η Trammell (2011) ερεύνησε τη συμβολική βία και την πρακτική του ζευγαρώματος μεταξύ κρατουμένων το οποίο περιλαμβάνει την προστασία του ενός κρατουμένου από τον άλλον, με την προϋπόθεση ανταμοιβής του «προστάτη» με σεξουαλικές χάρες από πλευράς «προστατευόμενου». Ο όρος που περιγράφει αυτή τη σχέση είναι «prison wife» («σύζυγος-γυναικα φυλακής») και η Trammell βασίζεται σε συνεντεύξεις κρατουμένων για να διαπιστώσει ότι αυτή η σχέση περιγράφεται από τους ίδιους, με έμφυλους όρους και χαρακτηρίζει τον κρατούμενο με τον ρόλο «της συζύγου-γυναίκας φυλακής» ως το «αδύναμο» μέρος της σχέσης. Η Trammell (2011), χρησιμοποιεί τον όρο «συμβολική βία» του Pierre Bourdieu , σύμφωνα με τον οποίο ακόμα και η απλή απειλή βίας είναι αρκετή για να ασκηθεί έλεγχος και κυριαρχία στα άτομα εκείνα που βρίσκονται σε υποδεέστερη κοινωνική θέση. Μέλη της ερευνητικής κοινότητας κατατάσσουν αυτή τη σχέση ως εξαναγκαστική, άρα την αναγνωρίζουν ως μορφή έμφυλης βίας, επειδή βασίζεται στις ίδιες μορφές ελέγχου που ασκούνται από τους άνδρες προς τις γυναίκες και σε αντιλήψεις που περιγράφουν τις γυναίκες ως ιδιοκτησία των ανδρών. Τόσο από την επισκόπηση της βιβλιογραφίας που κάνει η Trammell όσο και από την έρευνα της ίδιας, ακόμα και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για το «θηλυκό υποκατάστατο» αυτής της σχέσης, έχουν έντονο περιφρονητικό χαρακτήρα. Ακόμα, οι «γυναίκες φυλακής» επιβάλλεται να αναλαμβάνουν και άλλους ρόλους οι οποίοι προσομοιάζουν με τους παραδοσιακούς «γυναικείους ρόλους». Πρέπει να καθαρίζουν και φροντίζουν τον «σύζυγό» τους. Ένα επίσης ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει από τις συνεντεύξεις είναι ότι οι κρατούμενοι δεν αντιλαμβάνονται αυτές τις σχέσεις ως καταναγκαστικές και δηλώνουν ότι «πραγματικοί βιασμοί» εκδηλώνονται ελάχιστοι μέσα στη φυλακή. Αυτή η οπτική, κατά την άποψή μου, αντικατοπτρίζει και την κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη για το τι είναι βιασμός. Στην Ελλάδα, μόλις το 2006 αναγνωρίστηκε οτι η εξαναγκαστική σεξουαλική πράξη μέσα σε έναν γάμο είναι βιασμός. Ως τότε, οι εξαναγκαστικές σεξουαλικές πράξεις μεταξύ συζύγων αναγνωρίζονταν ως «συζυγικό καθήκον».
Τα «αφεντικά» και οι «μαλθακοί» του σχολείου
Οι Bana & Mayeza (2019) χρησιμοποιούν την ιδέα της ηγεμονικής αρρενωπότητας και της ιεραρχίας των μορφών ανδρισμού, προκειμένου να μελετήσουν τους τρόπους με τους οποίους τα αγόρια ηλικίας 10-12 τα οποία θεωρούνται «μη πραγματικοί άνδρες», αντιστέκονται στις βίαιες συμπεριφορές που παράγονται από την ιδέα του ηγεμονικού ανδρισμού μέσα στη σχολική κοινότητα. Η ερευνητική ομάδα παρατηρεί ότι «μαλθακά αγόρια» χαρακτηρίζονται αυτά που απορρίπτουν τη βία ως πρακτική, δεν επιλέγουν φιλίες βάσει του φύλου και ενδιαφέρονται για την επίτευξη ακαδημαϊκών στόχων. «Αφεντικά», χαρακτηρίζονται τα αγόρια τα οποία εκφράζουν ηγεμονικές συμπεριφορές, χτυπούν και χλευάζουν τα «μαλθακά αγόρια» εξαιτίας της αποστροφής τους για τη βία και της συναναστροφής τους με κορίτσια. Ενδιαφέρουσα παρατήρηση στην έρευνα των Bana & Mayeza (2019) είναι ότι τα «μαλθακά αγόρια» αν και αντιστέκονται στις ηγεμονικές συμπεριφορές, φαίνεται να εκφράζουν αντιλήψεις αποδοκιμασίας προς τα γκέι αγόρια και θεωρούν τα κορίτσια αδύναμα.
Η ίδια ερευνητική ομάδα μελέτησε τη συμπεριφορά των αγοριών Δημοτικού, κατά τη διαδικασία του παιχνιδιού στο σχολείο (Bana & Mayeza, 2016). Τα «αληθινά αγόρια» ήταν αυτά που προσπαθούσαν να αποκτήσουν τον έλεγχο του χώρου της παιδικής χαράς και να περιθωριοποιήσουν τα αγόρια τα οποία χαρακτήριζαν ως «γκέι». Αν και η παιδική χαρά είναι ένας χώρος για παιχνίδι, κοινωνικοποίηση και ανεμελιά, η έρευνα ανέδειξε ότι ο ανταγωνισμός και οι δυναμικές εξουσίας ήταν έντονα διακριτά στοιχεία. Η έκφραση της ομοφοβίας παρατηρήθηκε να είναι ο πιο συχνός τρόπος απόκτησης της θεωρούμενης ως ιδεατής αρρενωπότητας.
Η επίλυση του προβλήματος της έμφυλης βίας βρίσκεται στις πολιτισμικές ιδέες που συγκροτούν την έννοια του φύλου, στη διχοτόμησή του και στην ιεραρχία που παράγεται από αυτή. Τα ερευνητικά δεδομένα που συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το κείμενο περιγράφουν ξεκάθαρα το μοτίβο πεποιθήσεων και πρακτικών που παράγονται μέσα από το κυνήγι του ηγεμονικού ανδρισμού, ο οποίος σταθερά θεωρείται ως επιθυμητός και κοινωνικά αποδεκτός. Μπορούμε να διακρίνουμε πολύ εύκολα ότι ο στόχος και η αγωνία της απόκτησης αυτού του τύπου ανδρισμού εκφράζεται από πολύ νωρίς και η απέχθεια προς τη θηλυκότητα και ό,τι μπορεί να την θυμίζει αποτελεί πυρηνική της ιδέα.
Μια διαρκής συζήτηση για την έμφυλη βία, η οποία θα συμπεριλαμβάνει και τους άνδρες ως θύματα ή εν δυνάμει θύματα, μπορεί να βοηθήσει όλες και όλους μας να κατανοήσουμε το πολύπλοκο αυτό φαινόμενο, αρχικά. Η ορατότητα του φαινομένου της έμφυλης βίας ανάμεσα σε άνδρες, μπορεί να εξαλείψει το κοινωνικό στίγμα κυρίως της σεξουαλικής βίας, να ενδυναμώσει τους άνδρες να μιλούν για τα βιώματά τους και να αναζητούν υποστήριξη και να αποκαλύψει το οφθαλμοφανές. Οι πολιτισμικές ιδέες κατασκευάζουν και συντηρούν επιβλαβείς αντιλήψεις για το σύνολο της ανθρωπότητας. Δεν υπάρχει καμία φυσικότητα σε αυτό και δεν κινδυνεύει καμιά φυσική ισορροπία από την αλλαγή αυτών των αντιλήψεων. Η μόνη απειλή αφορά όσους και όσες αντλούν οφέλη και προνόμια από τη διατήρηση των ανισοτήτων που παράγει η έμφυλη ιεράρχηση.
Βιβλιογραφία
Anwary, A. (2015). Construction of hegemonic masculinity: Violence against wives in Bangladesh. Women’s Studies International Forum, 50, 37–46. https://doi.org/10.1016/j.wsif.2015.02.011
Christian, Μ., Safari, Ο., Ramazani P., Burnham, G.,
Glass, N. (2011). Sexual and gender based violence against men in the Democratic Republic of Congo: effects on survivors, their families and the community, Medicine, Conflict and Survival, 27:4, 227-246, DOI: 10.1080/13623699.2011.645144
Bhana, D., Mayeza, E. (2016). We don’t play with gays, they’re not real boys … they can’t fight: Hegemonic masculinity and (homophobic) violence in the primary years of schooling. International Journal of Educational Development, Volume 51, Pages 36-42, doi.org/10.1016/j.ijedudev.2016.08.002
Bhana, D., Mayeza, E. (2019). ‘Cheese boys’ resisting and negotiating violent hegemonic masculinity in primary school, NORMA, 14:1, 3-17, DOI: 10.1080/18902138.2018.1494402
Gear, S. (2007). Behind the Bars of Masculinity: Male Rape and Homophobia in and about South African Men’s Prisons. Sexualities, 10(2), 209–227. doi:10.1177/1363460707075803
Solangon, S., & Patel, P. (2012). Sexual violence against men in countries affected by armed conflict. Conflict, Security & Development, 12(4), 417–442. doi:10.1080/14678802.2012.724794
Trammell, R. (2011). Symbolic Violence and Prison Wives: Gender Roles and Protective Pairing in Men’s Prisons. The Prison Journal, 91(3), 305-324. https://doi-org.proxy.eap.gr/10.1177/0032885511409891

