Έρευνα – Κείμενο: Χαρίνη Αγγέλη, Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας και Ειδική Παιδαγωγός
«Άτομα με νοητική καθυστέρηση και εγκεφαλικές δυσλειτουργίες δεν πρέπει να γεννάνε!». Μια τέτοια δήλωση μπορεί να προκαλέσει αιφνιδιασμό και να προβληματίσει σοβαρά. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που έχει ακουστεί σε συζητήσεις μεταξύ ενηλίκων, κατά την κρίση των οποίων η αναπαραγωγή ανάμεσα σε άτομα αυτής της κοινωνικής ομάδας γίνεται αντιληπτή ως πρόβλημα και οι παρεμβάσεις ελέγχου της μοιάζουν ως ιδανική και μόνη λύση.
Ξεκινώντας από αυτό το ακραίο παράδειγμα, που μπορεί να έχει φτάσει κάποια στιγμή στα αυτιά όλων, θέλω να τονίσω πόσο βαθιά ριζωμένη είναι η προκατάληψη μέσα μας, ο φόβος για το «διαφορετικό» και την αντιμετώπισή του, αλλά και η πεποίθηση ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν μικρότερη αξία από άλλους. Η ιστορία έχει δείξει πόσο επικίνδυνες είναι αυτές οι αντιλήψεις, καθώς δεν απέχουν πολύ από τις ευγονικές πρακτικές του παρελθόντος, όπου η κοινωνία μέχρι τη δεκαετία του ’50 αποφάσιζε ποιος «άξιζε» να ζήσει ή να αποκτήσει οικογένεια, αφού τα άτομα με ήπια έως και βαριά νοητική αναπηρία θεωρούνταν άρρωστα και σεξουαλικώς ανήθικα με αποτέλεσμα τη μαζική τους στείρωση (Craft and Craftt, 1983; Kempton & Kahn, 1991, σε Απτεσλής, 2012).
Παρά την ανάπτυξη των προγραμμάτων σεξουαλικής εκπαίδευσης κατά τις δεκαετίες ’80-’90, λόγω και της έντονης αύξησης μολύνσεων από τον ιό HIV, η σεξουαλικότητα των ατόμων με νοητική αναπηρία προκαλούσε φόβο, οι σεξουαλικές ανάγκες τους αγνοούνταν παντελώς, τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους καταπατούνταν με τιμωρίες και αποκλεισμούς και η αντίληψη και ο διαχωρισμός ότι τα άτομα με ήπιες έως πιο βαριές νοητικές αναπηρίες ήταν αέναα παιδιά, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, υπήρχαν ακόμη (Karellou, 2003).
Οι νοητικές αναπηρίες δεν αφαιρούν από κανένα άτομο το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, στην αγάπη ή στη δημιουργία. Τα άτομα αυτά μπορούν —με την κατάλληλη υποστήριξη— να αναπτύξουν σχέσεις, να εργαστούν, να ζήσουν με αυτονομία και να δώσουν αγάπη στα παιδιά τους όπως κάθε άλλος άνθρωπος. Αντί να επιδιώκουμε τον αποκλεισμό τους, η κοινωνία οφείλει να δημιουργεί συνθήκες ένταξης, εκπαίδευσης και προστασίας.
Το να «φοβόμαστε» τη γέννηση παιδιών που θα τους μοιάζουν σημαίνει ότι φοβόμαστε τη διαφορετικότητα όλων μας, δηλαδή αρνούμαστε την ίδια την ανθρώπινη ποικιλομορφία και οδηγούμαστε στην εύκολη λύση, τον αποκλεισμό. Η πραγματική πρόκληση όμως, είναι να βοηθήσουμε τα νέα άτομα με νοητική αναπηρία να αποκτήσουν αίσθηση της σεξουαλικής τους ταυτότητας, να τους αναγνωριστεί ότι είναι σεξουαλικά όντα γνωρίζοντας και μαθαίνοντας πως να διαχειρίζονται όλες τις ανάγκες τους, αλλά και τους κινδύνους που μπορεί να υπάρχουν.
Νεαρά ενήλικα άτομα με ήπια νοητική αναπηρία που συμμετείχαν σε πρόγραμμα σεξουαλικής εκπαίδευσης επέδειξαν αύξηση κοινωνικών δεξιοτήτων, μεγαλύτερη ανεξαρτησία και υπευθυνότητα. Επιπλέον, ο κίνδυνος να υποστούν σεξουαλική παρενόχληση, καθώς και μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης μειώθηκε σημαντικά (Disability Online, 2003).
Επομένως, πέρα από τις ευρύτερες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, η εκπαίδευση των ατόμων με νοητικές αναπηρίες, όπως και όλων των ατόμων οφείλει να είναι ολιστική. Η ανάγκη σεξουαλικής εκπαίδευσης για τα παιδιά και τους νέους με νοητικές αναπηρίες είναι σαφής για διάφορους λόγους και θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα από αξιόπιστα άτομα και μέσω προσαρμοσμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων και όχι μέσω τυχαίων και αναξιόπιστων αναρτήσεων στο διαδίκτυο.
Τα παιδιά με νοητικές αναπηρίες συχνά δυσκολεύονται να κατανοήσουν ποιο είναι το κατάλληλο πλαίσιο για κάποιες συμπεριφορές ή συναναστροφές, έχουν πιο παρορμητικές αντιδράσεις και παρατηρείται πως είναι πιο ευάλωτα σε κακοποιητικές συμπεριφορές. Οι έρευνες και οι πρακτικές που εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια πιο έντονα πάνω στη σεξουαλική εκπαίδευση έχουν αναδείξει πως μπορεί να τα βοηθήσει να κατανοήσουν τα όρια, τη συναίνεση και τους κοινωνικούς κανόνες, να αυξήσει τη γνώση και την αυτοπεποίθησή τους στο να αρνηθούν σε ότι δεν τους αρέσει ή να ζητούν βοήθεια, καθώς επίσης και να γνωρίσουν το σώμα τους, να αποκτήσουν αίσθηση ταυτότητας και σεβασμού προς τον εαυτό τους, ώστε να αισθανθούν περισσότερη αυτονομία και αυτοεκτίμηση, ζώντας τη σεξουαλικότητά τους ελεύθερα και με ασφάλεια (Paulauskaite et al., 2022).
Η ισότητα δεν είναι προνόμιο, είναι δικαίωμα- και το δικαίωμα αυτό ανήκει σε όλες/ους. Οι γονείς, η κοινωνία και οι φορείς της πρέπει να είναι οι βασικοί αρωγοί για την εδραίωση αυτού του δικαιώματος, απαλλαγμένοι από μύθους και προκαταλήψεις.
Βιβλιογραφικές Αναφορές:
Απτεσλής, Ν. (2012). Σεξουαλική εκπαίδευση για μαθητές με νοητική καθυστέρηση στη σχολική ηλικία: εκτίμηση αναγκών και εκπόνηση προγραμμάτων παρέμβασης [Doctoral dissertation, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας]. Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών. https://hdl.handle.net/10442/hedi/27645
Karellou, J. (2003). Laypeople’s attitudes towards the sexuality of people with learning disabilities in Greece. Sexuality and Disability. 21, 65-80.
Disability Online. (2003). Sex education for children with intellectual disabilities. Better Health Channel.
Paulauskaite, L., Emerson, E., Hastings, R. P., & Totsika, V. (2022). A systematic review of relationships and sex education outcomes for students with intellectual disability. Journal of Applied Research in Intellectual Disabilities, 35(6), 1334–1356. https://doi.org/10.1111/jar.13035

