Έρευνα – Κείμενο: Μαρία Πατεράκη
Θα ξεκινήσω το κείμενο χρησιμοποιώντας το βιβλίο «Το Φύλο στην Ιστορία: Αποτιμήσεις και Παραδείγματα» και αντιγράφοντας το ακόλουθο τμήμα από το άρθρο της ιστορικού Έφης Αβδελά, με τίτλο «Άνδρες που Σκοτώνουν: Ανεπιθύμητοι Ανδρισμοί και αντιφάσεις του Εξευρωπαϊσμού στη Μεταπολεμική Ελλάδα» (σελ. 339).
Η σφαγή εξακολουθεί. Με σιδηρά όργανα, με μαχαίρια, με πιστόλια, με χειροβομβίδες, με βρόχους, με κάμες, με καρέκλες, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες εξοντώνουν ο ένας τον άλλον. Σφάζουν οι αδελφοί τις αδελφές, ξεπαστρεύουν οι γυναίκες τους άνδρες τους, ο ένας μαχαιρώνει τον παλιό του έρωτα, διότι θέλει να γλυτώση από τον γάμο και ο άλλος στραγγαλίζει την κοπέλλα, που δεν θέλει να τον πάρη. Ανοίγουν με πέτρες το κεφάλι σε γέρους και γρηές, που συμβαίνει να κρύβουν πέντε-έξη λίρες και γενικά σε κάθε δύσκολη περίστασι βλέπουν το φονικό σαν την απλούστερη λύσι.
Σύμφωνα με την Αβδελά (2015), πρόκειται για απόσπασμα άρθρου της εφημερίδας «Καθημερινή» το 1951. Η αρθρογράφος Ελένη Βλάχου περιγράφει την επικρατούσα κατάσταση στην Ελλάδα δύο χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου. Η εικόνα που παρουσιάζεται για την ελληνική κοινωνία της εποχής τη θέλει «βίαιη, απολίτιστη, γεμάτη μίσος και έλλειψη ιδανικών». Σήμερα, πολλοί άνθρωποι που τότε ήταν παιδιά, αλλά και πολλοί ακόμα νεότεροί τους, ισχυρίζονται ότι οι εποχές εκείνες ήταν «αθώες», «αγνές» και απαλλαγμένες από βία και φόνους.
Μια πρόσφατη συζήτηση που είχα με πρόσωπο του στενού μου οικογενειακού περιβάλλοντος, το οποίο γεννήθηκε δύο χρόνια μετά από την παραπάνω δημοσίευση και υποστηρίζει το νοσταλγικό αφήγημα εξειδανίκευσης του παρελθόντος, ανέδειξε κάτι ενδιαφέρον. Οι φόνοι για λόγους τιμής δεν αναγνωρίζονται ως πράξεις που προσμετρώνται στις βίαιες και φονικές πρακτικές και δεν συγκρίνονται με παρόμοιες πράξεις που σήμερα αναγνωρίζονται ως μορφές έμφυλης βίας. Επομένως, η κατασκευή του ιδανικού παρελθόντος συγκροτείται από την ασυνείδητη ή συνειδητή εξαίρεση αμέτρητων περιστατικών φονικής βίας κατά γυναικών και ανδρών για λόγους τιμής. Από την άλλη, η αρθρογράφος της Καθημερινής, φαίνεται ότι δεν διακρίνει τα ειδικά χαρακτηριστικά των εγκλημάτων εκείνων που βασίζονται σε διαχρονικές κοινωνικές αντιλήψεις για το φύλο, αλλά τα αντιμετωπίζει όλα απλώς ως βαθύ έλλειμμα πολιτισμού που χαρακτηρίζει γενικά την ελληνική κοινωνία.
Στη βάση των παραπάνω παρατηρήσεων, αποφάσισα να γράψω αυτό το κείμενο και να προσπαθήσω να αναδείξω στοιχεία μέρους της βιβλιογραφίας τα οποία μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τόσο τη διαχρονικότητα του φαινομένου που σήμερα αναγνωρίζουμε ως έμφυλη βία (δηλαδή, το λέμε αλλιώς) και τη διαχρονικότητα των ιδεών που αφενός συντηρούν το φαινόμενο και αφετέρου προσλαμβάνονται ως «φυσική» συνέπεια παραβίασης «φυσικών νόμων» που συγκροτούν την κοινή αντίληψη το φύλο. Επιπλέον, προσπαθώ να δω το φαινόμενο πιο ολόκληρο ως προς το φύλο, αναγνωρίζοντας τις περιπτώσεις εκείνες όπου τα θύματα φονικής βίας για λόγους τιμής είναι άνδρες.
Φύλο, τιμή και ντροπή
Για αρχή ας δούμε λίγο βαθύτερα τις έννοιες «τιμή» και «ντροπή» μέσα από δύο μελέτες που αφορούν την περιοχή της Μεσογείου. Ο Moxnes (1993) αναφέρει ότι η τιμή είναι ουσιαστικά η δημόσια αναγνώριση της κοινωνικής θέσης ενός ατόμου. Μάλιστα, αναγνωρίζει δύο είδη τιμής: αυτή που φέρει ένα άτομο από τη γέννησή του, ως μέλος μιας οικογένειας (αποδοθείσα τιμή) και αυτή που αποκτά στην πορεία της ζωής του μέσα από πράξεις που αποσκοπούν στην κοινωνική αναγνώριση (αποκτηθείσα τιμή) και ίσως στην αλλαγή της κοινωνικής θέσης. Επιπλέον, επισημαίνει ότι για τους Μεσογειακούς πολιτισμούς η δημόσια αναγνώριση της τιμής είναι τόσο σημαντική που διαμορφώνει ανταγωνιστικές κοινωνικές σχέσεις. Η Osiek (2008) που μελέτησε την τιμή και τη ντροπή στις Μεσογειακές αρχαίες κοινωνίες σε σύγκριση με κάποιες παραδοσιακές του 20ου αιώνα στην ίδια περιοχή, επιβεβαιώνει ότι τα συστήματα της τιμής και της ντροπής αλληλεπιδρούν με άλλους παράγοντες όπως είναι η συγγένεια πρώτου βαθμού, η κοινωνική ιεραρχία, ο οικονομικός έλεγχος και η κοινωνική δικτύωση.
Σε ό,τι αφορά τη σχέση της τιμής με τον έμφυλο διαχωρισμό, ο Moxnes (1993) αναφέρει ότι η τιμή και η ντροπή συνδέεται με αυτόν και αντανακλά δομές εξουσίας αρχαιότερων Μεσογειακών κοινωνιών. Η ισχυρή παρουσία των ανδρών στη δημόσια σφαίρα διαμόρφωσε το δημόσιο λόγο που συγκροτεί τις έννοιες της τιμής και της ντροπής, ενώ ελάχιστα είναι γνωστά για το πώς επιδρούσε αυτός ο λόγος στις ζωές των γυναικών που κυρίως περιορίζονταν στον ιδιωτικό, οικιακό χώρο. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η διατήρηση και η ενίσχυση της τιμής δημιουργούσε ένα ανταγωνιστικό κοινωνικό κλίμα και από την οπτική του φύλου, οι άνδρες εξέφραζαν ανταγωνιστικές συμπεριφορές προκειμένου να υπερασπιστούν την αρρενωπότητά τους. Για να διατηρήσει την τιμή του, ένας άνδρας, έπρεπε να είναι ικανός να υπερασπιστεί την αγνότητα των γυναικών μέσα από πρακτικές κυριαρχίας και ελέγχου. Αν οι γυναίκες έχαναν την αγνότητά τους, η ντροπή αφορούσε ολόκληρη την οικογένεια. Επομένως, οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν ως εν δυνάμει πηγές ντροπής.
Το γυναικείο σώμα αντιμετωπίζεται πολύ συχνά ως «αποθετήριο τιμής», καθώς η τιμή λέγεται ότι κατοικεί μέσα στα γυναικεία σώματα (Gill et all, 2014, όπως αναφέρεται στο Idriss, 2022). Επομένως, ρητά και υπόρρητα, η προσδοκία είναι οι ίδιες να προστατεύσουν την τιμή τους (εννοείται ότι αυτό πάντα αναφέρεται στη σεξουαλικότητα) σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Όμως, αναμένεται να προστατεύσουν και την τιμή άλλων γυναικών με τις οποίες συνδέονται συγγενικά, κυρίως αυτών με τις οποίες έχουν πρώτο βαθμό συγγένειας (κόρες, εγγονές). Ωστόσο, σε κοινωνίες και κοινότητες με έντονα τα πατριαρχικά ιδεώδη, η τιμή θεωρείται τόσο σημαντική αξία που δε μπορεί κανείς να την εμπιστευτεί απολύτως στις γυναίκες, καθώς η κυρίαρχη ουσιακρατική αντίληψη τις θέλει «εκ φύσεως» αδύναμες, άλογες και πνευματικά ασταθείς. Επομένως, ο έλεγχος της γυναικείας σεξουαλικότητας και αναπαραγωγής είναι ανδρική υπόθεση (Sev’er & Yurdakul, 2001, οπ. αναφ. στο Idriss, 2022). Παρόλα αυτα, δεν ήταν και δεν είναι λίγες οι φορές που όχι μόνον η τιμή των γυναικών δεν «προστατεύεται» από τους ίδιους τους υπερασπιστές της, αλλά είναι αυτοί που θα διεκδικήσουν την «ατίμωση» τους κι αν αυτές αντισταθούν πάλι θα τιμωρηθούν. Στο κείμενο της Αβδελά (2015) αναφέρεται η απόπειρα βιασμού μιας 19χρονης γυναίκας από άνδρα του επαγγελματικού περιβάλλοντος του πατέρα της, που κατέληξε στη δολοφονία της από αυτόν τον άνδρα μετά από πάλη μαζί του, στην ελληνική επαρχία, στις αρχές του 1960. Οι εφημερίδες της εποχής ανέφεραν ότι η γυναίκα «έσωσε την τιμή της αλλά έχασε τη ζωή της και την ομορφιά της».
Ακόμα και σήμερα, πολύ συχνά, η σεξουαλική κακοποίηση και η φονική βία για λόγους που συνδέονται με κοινές αντιλήψεις για το φύλο, θεωρούνται ασήμαντες, φυσικές, ελάχιστες, ακόμα και θεμιτές. Οι Butt & Ali (2026) χρησιμοποιούν τη θεωρία της Συμβολικής Βίας του Pierre Bourdieu προκειμένου να εξηγήσουν γιατί οι φόνοι γυναικών για λόγους τιμής δεν αποτελούν απλώς τυχαίες ή μεμονωμένες πράξεις βίας, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύστημα κοινωνικής εξουσίας. Σύμφωνα με τη θεωρία της Συμβολικής Βίας, οι άνθρωποι αποδεχόμαστε συχνά τις κοινωνικές ανισότητες ως «φυσικές» ή «δίκαιες», αγνοώντας ότι πρόκειται για κοινωνικές κατασκευές. Η εσωτερίκευση των αξιών και των κοινωνικών κανόνων είναι αποτέλεσμα αυτής της μορφής βίας που δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας τυπικής μορφής εξαναγκασμού μέσω άμεσης απειλής ή άσκησης σωματικής βίας, αλλά μέσα από άλλες πρακτικές ρύθμισης εσωτερικεύονται και εγγράφονται ως φυσικές κι αυτονότητες. Από αυτή την οπτική, η έμφυλη κοινωνικοποίηση μας από τη στιγμή της γέννησής μας μάς κάνει να θεωρούμε ότι η υπακοή είναι γυναικεία αρετή, η σεξουαλική αγνότητα είναι γυναικείο χαρακτηριστικό και ο ανδρικός έλεγχος είναι «φυσιολογικός». Ο Bourdieu αναφέρεται στην τιμή, το κύρος και την κοινωνική αναγνώριση με τον όρο «συμβολικό κεφάλαιο». Έτσι, η συμπεριφορά μιας γυναίκας θεωρείται ότι αντανακλά την τιμή ολόκληρης της οικογένειας και η αμφισβήτηση των έμφυλων κανόνων παρουσιάζεται ως απειλή για το κύρος της οικογένειας.
Το γεγονός ότι ακόμα και το 2026, με αφορμή μια ακόμα γυναικοκτονία, ένα ακόμα περιστατικό ομοφοβικής ή τρανσφοβικής βίας, αναδεικνύεται έντονη η τάση δικαιολόγησης και υποβάθμισης της σοβαρότητας των εγκλημάτων αυτών, οφείλεται στην πρόσληψη των πρακτικών αυτών ως αναγκαίων για την «αποκατάσταση της τιμής». Κατά την άποψή μου, αυτό αφενός έρχεται να υπενθυμίσει την ανθεκτικότητα των ιδεών εκείνων που διατηρούν τις έμφυλες ανισότητες, παράγουν κι αναπαράγουν έμφυλη βία και αφετέρου την αναγκαιότητα να αποσυνδεθεί η φύση από τον πολιτισμό και την κοινωνία στο μέσο νου για δύο σημαντικούς λόγους. Πρώτον, επειδή είναι αναληθής και ατεκμηρίωτος ισχυρισμός και δεύτερον, επειδή η θεώρηση ότι η φύση έχει ρυθμίσει τη δράση και τη συμπεριφορά μας μάς αφαιρεί την ευθύνη που μας αναλογεί ως μέλη μιας κοινότητας/κοινωνίας και περιορίζει την οπτική μας για αλλαγή.
Δράστες και δράστριες
Πολλές φορές συζητάμε για την έμφυλη βία και τη φονική βία και κακοποίηση για λόγους τιμής έχοντας τη βεβαιότητα ότι από αυτά βάλλονται μόνον οι γυναίκες. Αυτό είναι αναληθές. Το πιο ακριβές είναι ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια βάλλονται ασύμμετρα από βίαιες και κακοποιητικές πρακτικές που βασίζονται σε πολιτισμικές αξιολογήσεις του φύλου και ιδέες που προβάλλονται σε αυτό (σε αυτόν τον ιστότοπο υπάρχει το κείμενο «Έμφυλη Βία – Μορφές βίας ανάμεσα σε άνδρες» που μπορείτε να διαβάσετε εδώ). Πολύ συχνά, στη βιβλιογραφία που μελετά τις μορφές έμφυλης βίας από την οποία βάλλονται οι άνδρες και τα αγόρια, επισημαίνεται η ανάγκη μεγαλύτερης μελέτης του φαινομένου και η ανάπτυξη θεωρητικών εργαλείων ανάλυσης των εμπειριών των ανδρών, προκειμένου να υπάρξει η πληρέστερη κατανόηση του. Η περαιτέρω ανάπτυξη της έρευνας μπορεί να δημιουργήσει κοινωνικές παρεμβάσεις μέσω των οποίων περισσότεροι άνδρες θα ενδυναμωθούν, θα μιλήσουν για τις εμπειρίες τους και θα αναζητήσουν υποστήριξη.
Μια ακόμα κοινή αντίληψη θέλει τις γυναίκες να είναι αποκλειστικά τα θύματα σε μια τέτοια συνθήκη. Και αυτό είναι αναληθές, καθώς και εδώ το ακριβές είναι ότι, βάσει των στοιχείων που έχουμε, υπάρχει ασυμμετρία ως προς το φύλο σε ό,τι αφορά την άσκηση κακοποίησης και φονικής βίας προς τους άνδρες για λόγους τιμής. Ο Idriss (2022) παρατηρεί ότι οι γυναίκες μπορεί να έχουν πρωτεύοντα ή δευτερεύοντα ρόλο στην άσκηση τέτοιων μορφών βίας προς τους άνδρες και συνήθως είναι οι μητέρες ή οι σύζυγοι τους. Η άμεση ή η έμμεση συμμετοχή των γυναικών στην άσκηση έμφυλης βίας προς τους άνδρες, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με το κυρίαρχο αφήγημα ότι οι γυναίκες αν κυβερνούσαν τον κόσμο δεν θα είχαμε βία και συγκρούσεις, επειδή είναι γυναίκες. Το αφήγημα αυτό αντιμετωπίζει τις γυναίκες ως ενιαίο υποκείμενο συντηρώντας την ουσιοκρατική ματιά του φύλου και αγνοεί τις πολλαπλές άλλες κοινωνικές ταυτότητες που διασταυρώνονται με αυτή του φύλου δημιουργώντας μοναδικές εμπειρίες προνομίου κι ευαλωτότητας για κάθε άτομο.
Ομοερωτική συμπεριφορά, τιμή, ντροπή και τιμωρία
Τις περισσότερες φορές η συζήτηση για την έμφυλη βία δεν συμπεριλαμβάνει βίαιες και κακοποιητικές πράξεις κατά ομοφυλόφιλων ατόμων ή ατόμων που εκφράζουν ομοερωτική συμπεριφορά. Συνήθως, αυτό οφείλεται στην αντίληψη ότι η έμφυλη βία αφορά τις γυναίκες, στην αορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ ταυτοτήτων ευρύτερα, στη ρητορική μίσους στο δημόσιο λόγο, αλλά και στην υποβάθμιση των εμπειριών των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων.
Το 2017 μάθαμε από τα μέσα για μια σειρά δολοφονιών ανδρών στην Τσετσενία, που ήταν ή θεωρούνταν ομοφυλόφιλοι. Σε αυτή τη «γενοκτονία των γκέι», όπως χαρακτηρίστηκε από κάποια μέσα, συμμετείχαν οι κρατικές αρχές και οι οικογένειες των ίδιων των θυμάτων (Khan & Lowe, 2020). Για τις οικογένειες, η βεβαιότητα ή ακόμα και η υποψία ότι αρσενικό μέλος είχε ομοερωτική συμπεριφορά ή επιθυμία, έθετε την τιμή της σε κίνδυνο. Σε κοινωνίες όπου προωθείται το πρότυπο της ηγεμονικής αρρενωπότητας (μπορείτε να αναζητήσετε το έργο της κοινωνιολόγου R.W. Connell σχετικά με την ταξινόμηση των αρρενωποτήτων), δηλαδή μια πολιτισμικά κυρίαρχη μορφή ανδρισμού που συγκροτείται από ποιότητες που δηλώνουν υποτίμηση και απέχθεια σε οτιδήποτε είναι ή θυμίζει θηλυκότητα, θεωρείται δίκαιο και βεβαίως «φυσικό» οι άνδρες να κατέχουν και να διεκδικούν ανώτερη κοινωνική θέση.
Σε αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον να δούμε σύντομα τι συνιστά απειλή για την τιμή και ντροπή σε ό,τι αφορά τη γυναικεία ομοφυλοφιλία ή ομοερωτική συμπεριφορά. Η βιβλιογραφία των τελευταίων δεκαετιών επισημαίνει συχνά το σημαντικό κενό μελέτης της γυναικείας ερωτικής και σεξουαλικής επιθυμίας γενικότερα. Ο ανδροκεντρικός χαρακτήρας του πολιτισμού διαμόρφωνε διαχρονικά ένα αφήγημα που ήθελε τις γυναίκες ασεξουαλικές, ψυχρές και με μόνη επιθυμία τη μητρότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ομοερωτική επιθυμία μιας γυναίκας δεν τραβούσε την προσοχή, με την προϋπόθεση ότι δεν θα την εμποδίσει να εκπληρώσει το ιδεώδες της θηλυκότητας και της αναπαραγωγικής/συζυγικής αποστολής που αποδίδεται στις γυναίκες.Σε αυτό το σημείο, έχει νόημα να αναφερθώ σε μια ιρλανδική μεσσαιωνική ιστορία που αναφέρει ο διακεκριμένος ιστορικός John Boswell, στο βιβλίο του «Γάμοι μεταξύ ανδρών: Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα, Ρώμη και μεσαιωνική Ευρώπη» (2004, σελ. 27-28). Μια ανύπαντρη γυναίκα ζητά από το βασιλιά να της πει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού της και στο τέλος αποκαλύπτεται πως η σύλληψη έγινε κατά τη διάρκεια του έρωτα με μια άλλη γυναίκα που προηγουμένως είχε έρθει σε επαφή με τον άνδρα της. Ο Boswell σχολιάζει: η διορατικότητα της απάντησης του βασιλιά θεωρήθηκε αξιέπαινη αλλά η ιστορία δεν αποπνέει φρίκη ή τρόμο απέναντι στην ιδέα ότι δύο γυναίκες είχαν ερωτικές σχέσεις, απλώς δηλώνει την ανησυχία της γυναίκας να βρει το βιολογικό πατέρα του παιδιού της. Χαρακτηριστική σε όλα τα ευρωπαϊκά κείμενα είναι η εικόνα της γυναίκας ως φορέας και αγωγός της οικογενειακής συνέχειας, «της γραμμής του αίματος» και όχι ως πλάσμα με δική του ερωτική ζωή και ανάγκες.
Στην περίπτωση της ομοφυλοφιλίας ή της ομοερωτικής συμπεριφοράς, κυρίως όταν αφορά τους άνδρες, η ταύτιση του «παθητικού» σεξουαλικού ρόλου με τη «γυναικεία φύση» θηλυκοποιεί συμβολικά την αρρενωπότητα και συγκρούεται με τη συλλογική αγωνιώδη προσδοκία της κοινότητας/κοινωνίας να διατηρηθεί αυτή η έμφυλη ιεραρχία. Ακόμα και στις πιο ανεκτικές δυτικές κοινωνίες, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ειδικά η ανδρική ομοφυλοφιλία ή ομοερωτική συμπεριφορά χρησιμοποιείται ως εργαλείο εκβιασμού σε πρόσωπα που κατέχουν δημόσια αξιώματα ή ανήκουν σε κοινότητες που χαρακτηρίζονται από έντονο το στοιχείο της ομοφοβίας. Τόσο οι Khan & Lowe (2020) όσο και ο Idriss (2022) αναφέρονται σε περιστατικά κακοποίησης και φονικής βίας για λόγους τιμής ή σε εξαναγκαστικούς γάμους, που έχουν καταγραφεί τόσο στην Ανατολική Ασία όσο και στη Μεγάλη Βρετανία. Το 2022, σύμφωνα με δημοσιεύματα, πατέρας έβαλε τέλος στη ζωή του εξαιτίας των σχολίων, του χλευασμού και του στιγματισμού που δεχόταν από τη μικρή κοινότητα της οποίας ήταν μέλος, όταν υπήρξε διαρροή βίντεο που έδειχνε τον ενήλικο γιο του σε ερωτικές στιγμές με άλλον άνδρα (εκδικητική πορνογραφία λέγεται και είναι μορφή έμφυλης βίας). Από κοινωνιολογική σκοπιά, η δημόσια έκθεση της σεξουαλικής επιθυμίας του μέλους μιας οικογένειας σε μια μικρή κοινότητα όπου η φήμη της είναι συλλογικό αγαθό, ενεργοποιεί το σύστημα τιμής και ντροπής που συζητάμε σε αυτό το κείμενο.
Στο κλείσιμο θα ήθελα να αναφερθώ σε αυτό που θέτει κριτικά η ιστορικός Έφη Αβδελά στο άρθρο της, σε μια προσπάθεια να επισημάνω ξανά ότι όσο αποφεύγουμε να δούμε το φύλο ως κεντρική μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, ως μορφή διάκρισης και ως σχέση εξουσίας, δε θα μπορέσουμε ποτέ να κατανοήσουμε τις εσωτερικευμένες ιδέες που οδηγούν στην έμφυλη βία ή τη δικαιολογούν. Σε διάφορες εποχές, αυτές οι μορφές βίας αποδίδονταν στους «απολίτιστους» επαρχιώτες που αρνούνται να εξευρωπαϊστούν, αν και παρόμοια εγκλήματα συνέβαιναν και στα αστικά κέντρα, ενώ άλλες περιπτώσεις αποδίδονται στην φυλετική ή εθνοτική καταγωγή των δραστών.
Μπορεί σήμερα να μη μιλάμε για τιμή και ντροπή, και μπορεί το νομοθετικό σύστημα να μην αναγνωρίζει πια ελαφρυντικά στα πρόσωπα που διαπράττουν τέτοιου είδους εγκλήματα (με τη μεγάλη μεταρρύθμιση του 1983 στο οικογενειακό δίκαιο έπαψε η θεσμική στήριξη της πατριαρχικής αντίληψης της οικογενειακής τιμής, η οποία συχνά λειτουργούσε ως πολιτισμικό υπόβαθρο για την επιεικέστερη κοινωνική αντιμετώπιση τέτοιων εγκλημάτων), ωστόσο η κληρονομία των ιδεών που τη συγκροτούν στη βάση του φύλου εξακολουθούν να εγγράφονται ως φυσικές και δίκαιες. Ο τρόπος που ο μέσος «πολιτισμένος», «εξευρωπαϊσμενος» άνθρωπος της διπλανής πόρτας σχολιάζει κάθε νέα γυναικοκτονία, κάθε επόμενη σεξουαλική κακοποίηση, μια ακόμα ομοφοβική ή τρανσφοβική επίθεση, φωτίζει το μήκος της διαδρομής που χρειάζεται ακόμα να διανύσουμε.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Αβδελά. Ε. (2015). Άνδρες που Σκοτώνουν: Ανεπιθύμητοι Ανδρισμοί και αντιφάσεις του Εξευρωπαϊσμού στη Μεταπολεμική Ελλάδα. Στο Γ. Γκότση, Α. Διαλέτη & Ε. Φουρναράκη (Επιμ.), Το Φύλο στην Ιστορία – Αποτιμήσεις και Παραδείγματα (σσ. 339-362).Ασίνη.
Boswell, J. (2004). Γάμοι μεταξύ ανδρών: Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα, Ρώμη και μεσαιωνική Ευρώπη. Ζαχαρόπουλος
Butt, M. K., Ali, F. (2026). Regulating female sexuality through honor killings: A symbolic violence perspective on a girl in the river. https://doi.org/10.1016/j.wsif.2025.103230.
Idriss, M. M. (2022). Abused by the Patriarchy: Male Victims, Masculinity, “Honor”-Based Abuse and Forced Marriages. Journal of Interpersonal Violence, 37(13-14), NP11905-NP11932.
Khan, R. & Lowe, M. (2020, in press). Homophobic ‘honour’ abuse experienced by South Asian gay men in England. In M. Idriss (Ed.), Men, Masculinities and Honour-Based Violence, Chapter 6. Routledge-Cavendish.
Moxnes, H. (1993). Honor and Shame. Biblical Theology Bulletin: A Journal of Bible and Theology. 23. 167-176. 10.1177/014610799302300405.
Osiek, C. (2008). Women, honor and context in Mediterranean antiquity.

